Βγήκε από την είσοδο της πολυκατοικίας του. το σπίτι του, βρισκόταν κοντά σε μία όμορφη πλατεία, γεμάτη ζωή. Είχε κοντά του όλα όσα χρειαζόταν. από καφενείο και περίπτερο, μέχρι φαρμακείο. Κοίταξε την μικρή πλατεία. Όλα του φαίνονταν διαφορετικά εκείνο το μεσημέρι του Σεπτέμβρη. Ο καιρός ήταν ασυνήθιστα ψυχρός και η ατμόσφαιρα είχε μία αίσθηση βρεγμένης σκουριάς.
Έκανε κάποια αποπροσανατολισμένα βήματα ανατολικά. Κατευθύνθηκε προς το περίπτερο. Όταν έφτασε, χαιρέτησε φιλικά τον περιπτερά κι εκείνος του απάντησε με ένα βουβό χαμογελαστό νεύμα μέσα από το κουβούκλιο. Πήρε δυο πακέτα τσιγάρα και μια μεγάλη εφημερίδα και περπάτησε ανυπόμονα προς το πλησιέστερο παγκάκι. Έβγαλε ένα τσιγάρο και αφού το χτύπησε δυο φορές στο νύχι του αριστερού του αντίχειρα, το άναψε με μανία. Ύστερα, άνοιξε το σταχτί σεντόνι της ημέρας…
Κοιτούσε συνεπαρμένος τις σελίδες. Περιπλανιόταν αφηρημένος μέσα σε δολοφονίες, καταστροφές, διαφημιστικά χαμόγελα και κοσμικές ειδήσεις, Φυλλομετρούσε αργά-αργά τις παράλληλες σιωπές του μελανιού, σαν να μην μπορούσε να τον εκπλήξει τίποτα. Πίστευε εξάλλου, ότι οι άνθρωποι μπορούν να εκπλήξουν μόνο τους εαυτούς τους.
Μετά την ενδελεχή ανάγνωση, αποφάσισε να συνεχίσει να περπατά. Ξεκίνησε μια πορεία χωρίς προορισμό. Ήξερε από πού ερχόταν, αλλά δεν είχε μάθει ακόμα πού θα πήγαινε. Δεν τον περίμενε και κανείς, άλλωστε Ήθελε να στρέψει την ματιά του στο πλήθος, χωρίς να τον αποσπά η «θηλιά» του προορισμού. Παρατηρούσε τους ανθρώπους, τα αδέσποτε, τις στραβοκολλημένες αφίσες στους τοίχους. Όλα έμοιαζαν να είναι βυθισμένα σε μία εγκατάλειψη και μια θλίψη που γεννά θυμό.
Βγήκε σε μία λεωφόρο και είδε κόσμο να μαζεύεται. Οι άνθρωποι ολοένα και αυξάνονταν. Το ένστικτό του τον ώθησε να συνταχθεί με το πλήθος. Γέροι, άνεργοι, μαθητές, φοιτητές, καταστηματάρχες και μετανάστες, τον έκαναν να νιώσει ζεστά και οικεία, παρά την ψύχρα που επικρατούσε. Ένιωθε ασφαλής και σίγουρος, σαν μωρό αγέννητο. Πίστευε, ότι αν έκλεινε τα μάτια του, θα συνέχιζε να περπατά προς την ίδια κατεύθυνση με τον κόσμο. Και τα έκλεισε.
Άνοιξε τα μάτια του μετά από λίγο και είδε ότι έχει μείνει στα μετόπισθεν. δεν τον πείραξε. Έβλεπε ένα ανθρώπινο κύμα να ξεδιπλώνεται μπροστά του και να ανοίγει δρόμο. Με την άκρη του ματιού του, όμως, είδε κάτι περίεργες φάτσες να παραμονεύουν στις όχθες του δρόμου. Δεν έδωσε σημασία. Ώσπου, μετά από λίγο, εισέβαλαν στο οπτικό του πεδίο παρόμοιες μορφές με ξυρισμένα κεφάλια και άδεια μάτια, που μιλούσαν αδιάκοπα με ένστολους παρατηρητές. Οι στολές, έμοιαζαν να δίνουν οδηγίες στα κρανία.
Η πορεία του πλήθους ήταν αδιάκοπη. Σε μια στιγμή, όμως, οι τύποι με τα γυμνά κρανία προσκόλλησαν στο τέλος της γραμμής. Το βάδισμα έγινε λίγο πιο γρήγορο. Από κάπου ακούστηκαν κρότοι. Στην γωνιά ενός πεζοδρομίου, ένας άνδρας ήταν πεσμένος με μια λίμνη αίμα να τρέχει αργά από την καρδιά του, ποτίζοντας τα μάρμαρα. Ο κόσμος έτρεχε από’ δω κι από’ κει και οι στολές έχασκαν με την ματιά στο κενό και την γλώσσα κολλημένη στο «Τίποτα, δεν έγινε τίποτα».
Οι θηριώδεις άνθρωποι με τα ξυρισμένα κεφάλια χάθηκαν. Αφού εκτέλεσαν την αποστολή τους, αφού εισέπνευσαν με μανία το αίμα που χύθηκε σαν κρασί, αποχώρησαν προς ανασύνταξη. Κάτι στο βάθος, όμως, φάνηκε να αλλάζει…
Το πλήθος, μαζεύτηκε πάλι. Ο ορίζοντας έσπρωχνε κι άλλους στο φως. Άρχισαν να διαγράφονται σεντόνια με κόκκινα δάκρυα, άνθρωποι με γεμάτα βλέμματα, παιδιά με ανεμόμυλους στα χέρια. Μύριζε βροχή. Οι σειρήνες ούρλιαζαν, αλλά κανείς δεν έδινε σημασία. Όλοι έψαχναν το νέο φεγγάρι πάνω στα πεζοδρόμια της πλατείας. Και πουθενά δεν τόλμησε να φανεί, ούτε ένα ξυρισμένο κεφάλι…
Β. Ζιμετάκης 21/9/2014
