Του Βαγγέλη Νάκου
Υπάρχουν άνθρωποι κάτω από το σπίτι. Η τηλεόραση παίζει στην διαπασών για να καλύπτει τις φωνές τους και στην αντανάκλασή της μια γέρικη μορφή κοιτάζει το γυαλί ανέκφραστα. Αν έλεγες πως διέκρινες κάποιο ίχνος συναισθήματος, αυτό θα ήταν της ικεσίας στα μάτια του που γουρλώνουν ανά στιγμές. Ίσως νιώθει πως θέλει να μην κλείσει ποτέ η τηλεόραση, να μην χαμηλώσει ποτέ η ένταση. Μάλλον θα νιώθει πολύ γέρος για να έρθει σε επαφή με τον έξω κόσμο και τους ήχους του, πολύ φοβισμένος για να αντικρίσει το φθαρμένο από τον χρόνο πρόσωπό του. Ή μήπως δεν είναι μόνο ο χρόνος υπεύθυνος γι’αυτό;
Μιζέρια. Καταραμένη, ευλογημένη.
Όταν κλείσει η τηλεόραση, θα χαθεί και η τελευταία ψευδαίσθηση της ανατροπής. Ο περίφημος μαχητής της πολυθρόνας θα χαθεί και την θέση του θα πάρει ένας μίζερος, ξεχασμένος γέρος μιας αμελητέας μέρας, νικημένος από τον χρόνο, από τον κόσμο, από την πεσιμιστική του όψη. Και όταν έκλεισε η τηλεόραση, ο κόσμος κατέκλυσε το οχυρό του, μέχρι που δεν έβλεπε πια τον γέρικο εαυτό του στην μαύρη τηλεόραση. Έπειτα, ο κόσμος σώπασε και ούτε εκείνος δεν βρισκόταν πια στο οχυρό του· δεν έβλεπε πια τον εαυτό του εκεί.
Λένε πως η τελευταία σκέψη είναι το κορυφαίο δείγμα μας. Με τι βεβαιότητα το λένε; Αφού κανένας δεν έμαθε ποτέ τις τελευταίες σκέψεις όσων έφυγαν, επομένως πως μπορούσαν να γνωρίζουν τον άλλον πραγματικά και να μιλάνε με τόση βεβαιότητα; Γιατί μιλάνε; Τι ξέρουν;
Πολύ φοβάμαι πως το μόνο που είχε σημασία εδώ ήταν η τελευταία σκέψη του γέρικου προσώπου. Και ήταν τόσο κενή, όσο και η αντανάκλασή του στην ανοιχτή τηλεόραση, χαμένη μέσα στις φωνές των ανθρώπων που περίμεναν κάτω αυτόν τον ξεχασμένο μαχητή της αμελητέας μέρας.
