Γράφει ο Βαγγέλης Νάκος
Περπατούσε κατά μήκος της λεωφόρου με την μουσική να παίζει δυνατά στα ακουστικά του, όπως συνήθιζε. Παρά ταύτα, πάντα μπορούσε να ακούσει τους ήχους της πόλης. Τα αυτοκίνητα που διασχίζουν με ταχύτητα, την παύση ανάμεσα τους. Ξέρετε, αυτό το αεράκι που αφήνει το αυτοκίνητο που χάνεται στον ορίζοντα κι έπειτα το κενό που καλύπτουν τα φώτα της πόλης, την στιγμιαία αντανάκλαση της απουσίας οποιουδήποτε ακουστικού ερεθίσματος που θα σκίσει το επόμενο αυτοκίνητο που διασχίζει την λεωφόρο, δίνοντας του μια ακολουθία. Έναν σταθερό, συνεχή ήχο. Ίδιες επαναλήψεις, ίδιες παύσεις, φώτα του δρόμου, φώτα των αυτοκινήτων, φώτα της πόλης που δεν κοιμάται ποτέ, αλλά ούτε και ξυπνά, αν σκεφτείς ότι η όλη ακολουθία σου προκαλεί την νύστα της τηλεόρασης, αυτήν που σε κοιμίζει και σε κρατά ξύπνιο ταυτόχρονα. Εκείνη τη νύχτα, είχε βγει βόλτα. Δεν άντεχε το σπίτι, αλλά δεν ήξερε και τι έψαχνε έξω.
Έστω ότι υπνοβατούσε.
Η πόλη είναι φρούριο, γεμάτο δυνάμεις καταστολής οποιουδήποτε ερεθίσματος πέραν του συνηθισμένου, εκείνου της κανονικότητας. Δεν το έβρισκε άσχημο, ίσα ίσα, μπορούσε να διακρίνει την ομορφιά στο μοτίβο της, αλλά εκείνη την στιγμή, όλο αυτό φάνταζε έτοιμο να καταρρεύσει. Ήταν ένα παράξενο συναίσθημα, εκεί όπου όλα πάνε τόσο ορθά, που σκεφτόταν πως έμοιαζε με την ηρεμία πριν την καταιγίδα. Ηρεμία. Δεν ήξερε πως του ήρθε αυτό, η ζωή του ήταν από την γέννα ως την φθορά μη ήρεμη. Ίσως κατάφερε κι εκείνος να απομονώσει τα δικά του ερεθίσματα, πέραν αυτών που επιθυμούσαν να ορίσουν ως κανονικά, συνηθισμένα. Αλλά ήξερε πως δεν κρατάει για πολύ όλο αυτό. Ευτυχώς, θα έλεγε, γιατί είχε ήδη αρχίσει να πλήττει.
Χώθηκε σε ένα στενό για να γυρίσει σπίτι. Έπειτα, ένιωσε το μέταλλο να του καίει το κεφάλι.
«Φέρε μου ό,τι έχεις, αλλιώς πέθανες» είπε η φωνή από πίσω του. Ώστε έτσι σπάει η ηρεμία, σκέφτηκε. Καλώς, ας είναι. Γύρισε το κεφάλι του για να κοιτάξει τον επίδοξο ληστή του. Η κουκούλα δεν έκρυβε την καστανόξανθη φράντζα του, ενώ η επιδερμίδα του ήταν κατάλευκη και είχε μία υποψία τριχών στο πρόσωπό του. Πιτσιρικάς που βγήκε παγανιά. Εντυπωσιακό το ότι είχε αληθινό όπλο, αυτό δεν το περίμενε. Όπως δεν περίμενε την μη ταραχή του μπροστά στην κάννη. Όπως δεν περίμενε τον φόβο στην φωνή του που δυνάμωνε απειλητικά.
«Σου είπα κάτι! Κουφός είσαι; Δώσε μου ό,τι έχεις».
Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε.
«Δεν έχω τίποτα. Ένα κινητό για πέταμα και ακουστικά. Λεφτά δεν θα βρεις πάνω μου, το μόνο που έχω και θα μπορούσε να σε φοβίσει είναι η μνήμη μου που έχει αποτυπώσει το πρόσωπό σου. Ήλιθια απόφαση να μην βάλεις μπαλακλάβα, στο λέω».
Πίεσε την σκανδάλη στο μέτωπό του και ούρλιαξε ξανά, αλλά εκείνος δεν άκουγε τίποτα, μήτε ένιωθε κάτι. Συνέχισε.
«Τέλος πάντων, δεν ήθελα να καταλήξω στο ότι μπορώ να σε καρφώσω. Δεν είχα τέτοια πρόθεση, ούτως ή άλλως. Ξέρω ποιος είσαι, ξέρω τι είσαι και ξέρω τι μας οδήγησε και τους δυό μας εδώ, ασχέτως αν δεν έχω πλήρη αυτογνωσία, εφ’όσον αυτή θεωρείται αδύνατη. Ωστόσο, ξέρω τις αδυναμίες μου και μία από αυτές είναι η θέληση να συνεχίσω. Μπορείς να πάρεις ό,τι θες, ακόμα και την ζωή μου, αν το κρίνεις απαραίτητο. Αν δεν το κάνεις εσύ, θα το κάνει η ακολουθία της πόλης και αν δεν το κάνει αυτή, θα το κάνει η περαιτέρω καταστολή της που σίγουρα δεν ρίχνει με άσφαιρα. Σύντομα, άνθρωποι θα με εγκαταλείψουν και δεν είμαι καθόλου έτοιμος γι’αυτό, οπότε ίσως θα ήταν προτιμότερο να φύγω πρώτος και να παρακολουθήσω όλους όσους με αγάπησαν ενώ θα πέφτω μαζί με τα φύλλα του φθινοπώρου και θα μείνει μόνο ο γυμνός κορμός του δέντρου μου, απροστάτευτος, άψυχος».
«Θα ήθελα να γίνω γραφικός και να σου πω πως οι ιδέες που κουβαλάω στο σημείο που σημαδεύεις είναι αλεξίσφαιρες, αλλά ο Όργουελ μας έδωσε από καιρό τον Ο’Μπράιεν μας για να γνωρίζουμε την ψευδαίσθηση με την οποία ζούμε κι ελέγχουν κάθε στιγμή, οπότε θα ήταν μάταιο να επιμείνω σε αυτό. Οπότε η πόλη μας έφερε εδώ, ναι, είμαι βέβαιος. Εμένα, τον περιπλανώμενο σκεπτικό κι εσένα, τον άθελά του εκτελεστή, τον νόμιμο παράνομο που ήρθε να αναβάλλει το ταξίδι μου στο διάστημα. Δεν είσαι παράνομος, είσαι κάτι παραπάνω από νόμιμος. Είσαι η καταστολή, λοιπόν. Ωραία, ας είναι. Πάτα την σκανδάλη».
Ο ληστής είχε σταματήσει από ώρα να φωνάζει και απλά κοιτούσε με στραβωμένο σαγόνι. Προσπάθησε να πατήσει την σκανδάλη, όμως κάτι τον εμπόδισε και ξαφνικά βρέθηκε με τα μούτρα στην άσφαλτο. Η κάννη τώρα έκαιγε το δικό του κεφάλι.
«Μακάρι να μπορούσα να εξαφανίσω όλους τους Ο’Μπράιεν του κόσμου και η ακολουθία της πόλης να χαθεί, αλλά αυτό δεν είναι δική μου δουλειά και ίσως και να μην ήθελα τόσο να μου δώσεις το τέλος που θα έχω κάποια στιγμή από τον επόμενο νόμιμο παράνομο. Ίσως απλά να θέλω να συνεχίσω να περπατάω με μουσική στα αυτιά μου και να μην με διακόπτουν».
Του έδωσε ένα χτύπημα που τον έριξε αναίσθητο, καθάρισε το όπλο από αποτυπώματα με την μπλούζα του και το πέταξε στον κάδο, ενώ στα ακουστικά του έπαιζε το Deutschland των Rammstein.
Αγαπούσε την πόλη.
