12 ΓΡΑΜΜΕΣ

Του Βαγγέλη Ζιμετάκη

Απόψε ήταν μια βραδιά διαφορετική. Ξύπνησε μέσα στη νύχτα και σκέφτηκε, ότι απόψε μπορούσε να την ζωγραφίσει. Την φαντάστηκε, να κάθεται στην καρέκλα εκείνου το μπαρ με χαμηλωμένο κορμί και τα πόδια μισάνοιχτα. Να τον κοιτάει με ένα ύφος σαν συνθήκη ειρήνης. Έτοιμη να παραδοθεί. Αλλά εκείνος που να καταλάβει το σινιάλο… Εκείνος ήταν σα φαροφύλακας σε καμένο  φάρο.

Εκείνη θα φορούσε ένα άσπρο φόρεμα. Μαύρα σκουλαρίκια και μπορντώ κραγιόν. Θα τον κοιτούσε όλο νόημα. Αλλά με μια ρημαγμένη συστολή, που θα του έσπαγε τα κόκκαλα. Εκείνος στον γκρεμό του απαθής εντελώς, απ‘ έξω καθωσπρέπει και από μέσα τρελός, που θα έλεγε και το τραγούδι… Ήξερε πώς να χειριστεί την περίπτωση, αλλά κάτι τον κρατούσε. Κάτι σαν απειλή. Κάτι σαν την σκέψη του. Κάτι σαν την πραγματικότητα. Κάτι σαν το μέλλον…

Υπήρξε και δεύτερο ραντεβού. Κάθε φορά και κάτι διαφορετικό. Και εκείνος, ένας αιώνιος συλλέκτης στιγμών. Μάζευε καθετί σημαντικό. Καθετί ασήμαντο. Καθετί ασήμαντα σημαντικό. Εκείνη την πρώτη φορά, της είχε χαρίσει ένα γιασεμί. Άσπρο σαν το φόρεμα της. Ένα γιασεμί, που όσο άσπρο κι αν ήταν, χλώμιαζε ακόμα περισσότερο μπροστά στην λάμψη του δέρματος της. Και να που ένα πέταλο γλίστρησε στο χέρι του. Και το μάζεψε, βάζοντας στο στην τσέπη του σακακιού του. Στιγμή πρώτη…

Την επόμενη φορά της έδωσε το παλτό του για να ζεσταθεί. Μη φανταστείς κάτι φοβερό. Ήταν ένα απλό τζιν μπουφάν. Όμως πάνω της έμοιαζε σαν κάτι ξεχωριστό. Έμοιαζε σαν άστεγος που βρήκε την κατάλληλη γωνιά να ζεσταθεί. Το φορούσε και κούρνιασε μέσα του. Το φορούσε σαν να νιώθει ασφάλεια. Μια ασφάλεια όχι αποπνικτική. Την ασφάλεια που ασυνείδητα νιώθει το βρέφος στην αγκαλιά της μάνας του. Και εκείνος, ο δαιμόνιος συλλέκτης, έδωσε το πανωφόρι του για να πάρει ένα νοτισμένο ρούχο που ανάβλυζε την ευωδιά του πόνου. Στιγμή δεύτερη…

Την τρίτη φορά, αποφάσισε να της χαρίσει ένα τραγούδι. Ένα τραγούδι αλλιώτικο, λυπητερό, σαν εκείνη. Ναι δεν πρόλαβα να στο πω. Εκείνη είχε πάντοτε ένα λυπητερό βλέμμα, σαν να νιώθει απόγνωση, εγκλωβισμένη μέσα στην τόση ομορφιά της. Της το έδωσε διπλωμένο σε ένα χαρτί. Την παρακάλεσε, σχεδόν την πρόσταξε, να μην το ανοίξει μέχρι να χωριστούν. Δεν τον άκουσε.  Το άνοιξε κατευθείαν. Διάβασε λαίμαργα τις 12 γραμμές. 

Ένα τρσγούδι αλλιώτικο, -ως συ- λυπητερό

Απ’της ψυχής μου το βαθύ και βουερό καμίνι

Πέσε μες την αγκάλη μου, άστρο νυχτερινό

Και κάψε με την λαάμψη σου την άγονη γαλήνη

Στάξε μέςα στο αίμα μου την φλόγα απ’το φιλί

Φιλί, που όλες οι λέξεις μου, να πουν δεν θα μπορέσουν

Παλίρροια, που πάλλεται –σαν ίσκιος- το κορμί

Οι φόβοι του σαν πάνε να μερέψουν

Νεράιδα! Τα χέρια σου ικέτης θα φιλώ

Στην κώμη και στα μάτια σου, προσκύνημα ονείρων

Ντυμένος με τους ήχους μου θα μπω μες τον ναό

Που μοιάζουν οι ψαλμοί του των ψιθύρων 

Βούρκωσε… Τον κοίταξε όπως κοιτάει το θύμα τον βασανιστή του. Σαν να ουρλιάζει «Σταμάτα!». Μα εκείνη δεν κατάλαβε ποτέ, ότι με εκείνο το τραγούδι της έδινε και την ψυχή του. Έβαλε τα κλάματα. Το χαρτί με το μαύρο μελάνι έπεσε στο δρόμο. Εκείνος το μάζεψε και το έβαλε στην τσέπη του. Εκείνη μάζεψε τα κομμάτια της και το έβαλε στα πόδια. Στιγμή τρίτη…

Δεν την είδε ποτέ ξανά. Δεν κατάλαβε ποτέ το γιατί. Ούτε εκείνη το κατάλαβε. Είμαι σίγουρος πια πως ούτε εκείνη το κατάλαβε. Εκείνος όμως, δεν μπορούσε να βρει ησυχία. Κανένας άνθρωπος στη θέση του, με την φλεγόμενη βάτο στο στέρνο δεν θα μπορούσε να βρει ησυχία ποτέ ξανά. Τα βράδια έμενε ξάγρυπνός. Άναβε κεριά, τραγουδούσε και την σκεφτόταν. Και όταν ξέμενε από κεριά, τον βοηθούσε η πανσέληνος, που σαν νύφη άπλωνε την ουρά του νυφικού της στο μπαλκόνι του, χαρίζοντας του ένα φως αλλιώτικο από τα άλλα. 

Πέρασαν βραδιά με αυτό τον τρόπο. Ώσπου κάποια μέρα, το πήρε απόφαση από το πρωί, ένα βράδυ, με πανσέληνο να ξεκόψει μια για πάντα από τα χάρτινα δεσμά της. Ήταν βράδυ, 12 κάποιου μήνα. Το δωμάτιο είχε παγώσει. Η ανάσα του άφηνε ένα παχύ χνώτο μέσα στους αδιαπέραστους τοίχους. Ξύπνησε, φόρεσε ένα παλτό και στάθηκε στο μπαλκόνι με ένα ποτήρι γεμάτο αλκοόλ. Κρατούσε στο χέρι του το πέταλο από εκείνο το γιασεμί, εκείνο το τζιν μπουφάν και το τραγούδι που της είχε χαρίσει. 

Έριξε το υπόλοιπο του ποτηριού στο πάτωμα. Σαν σπονδή στους νεκρούς. Στους νεκρούς έρωτες που δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξουν ξανά. Πέταξε το τσιγάρο του πάνω στις σταγόνες και αμέσως άρχισαν να βγαίνουν σπίθες. Δεν τρόμαξε, το περίμενε. Έπειτα πέταξε το πέταλο από το γιασεμί. Η νύχτα πήρε το άρωμα της απόγνωσης που κέρναγε φαρμάκι το είναι του. Έπειτα πέταξε πάνω στη φωτιά το πανωφόρι που της είχε δώσει για να ζεσταθεί. Η νύχτα εκείνη πλημμύρισε με το φως των ματιών της. Η θερμοκρασία ανέβηκε. Σχεδόν τον έπνιγε. Το άρωμα της είχε μείνει για τα καλά πάνω στο μπουφάν και έδωσε μια ασύλληπτη ορμή στη φλόγα.

Με μια αντανακλαστική κίνηση έριξε μέσα στις φλόγες το τραγούδι που της είχε χαρίσει. Αμέσως οι στάχτες άρχισα να τραγουδάν και να φέρνουν στα αυτιά του τους λυγμούς της από κείνο το βράδυ. Τα βήματα της ήταν πιο κοντά από ποτέ. Ένιωθε ότι τρελαίνεται. Πώς μπορούσε να την ακούει μέσα από τις στάχτες και ταυτόχρονα τόσο μακριά; Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Κοίταγε με ανοιχτά τα μάτια χωρίς να βλεφαρίσει ούτε μία φορά την αχόρταγη φλόγα.

Δεν υπήρχε πια τίποτα άλλο να κάνει. Άκουγε ένα τραγούδι που δεν είχε ποτέ γραφτεί να παίζει στ’ αυτιά του. Η μυρωδιά από το γιασεμί τον παρέσυρε σε μία κατάσταση ανεξέλεγκτης μέθης. Η ανάμνησή της να φεύγει αφήνοντάς τον πίσω, τον έκανε να θέλει να λιποθυμήσει. Είχε μείνει δύο βήματα μακριά από τη φωτιά, που ακόμα έκαιγε ασταμάτητα. Με μιας έκανε ένα πελώριο άλμα και έπεσε μέσα στην καρδιά της φλόγας. Ήταν ο μόνος τρόπος να σταματήσει να σκέφτεται. Ήταν ο μόνος τρόπος να σταματήσει να θυμάται. Δεν πόνεσε. Δεν έβγαλε ούτε μια κραυγή, ούτε έναν «αχ». Ήξερε ότι μόνο έτσι κερδίζεις μια θέση στην βασιλεία των ουρανών στον μικρόκοσμο των ερωτευμένων. Άλλωστε είχε ήδη πονέσει αρκετά. Κανένας πόνος δεν έμοιαζε ικανός να τον σταματήσει…

Σχολιάστε