Του Βαγγέλη Ζιμετάκη
Ώρες ώρες νιώθω ότι ζω σε έναν παράξενο χρόνο. Δεν ξέρω πως να το προσδιορίσω, αλλά είναι φορές που νιώθω πως όλα κυλούν με διαφορά φάσης. Άλλοτε εγώ τρέχω πιο γρήγορα. Και άλλοτε τρέχω ασθμαίνοντας να προλάβω. Πότε κάποιον άνθρωπο, ποτέ κάποιον δείκτη του ρολογιού που δεν πρέπει να ακουμπήσει ένα συγκεκριμένο νούμερο και πότε το βαγόνι ενός τυχαίου συρμού…
Έτσι έτρεχα και εκείνο το ανοιξιάτικο πρωί. Μόνο που εκείνη τη φορά δεν ήθελα να προλάβω κάποιον άνθρωπο, ούτε το χρόνο. Εκείνο το πρωί ήθελα να προλάβω τον ηλεκτρικό από την Καλλιθέα. Οριακά δεν τον πρόλαβα. Στάθηκα στην αποβάθρα, έστριψα ένα τσιγάρο και στημένος στα της αντικαπνιστικής ζώνης του σταθμού, κάπνιζα περιμένοντας το τρένο.
Φόρεσα τα ακουστικά μου. Πάντα μου άρεσε να το κάνω αυτό όταν επρόκειτο να συμβεί ένα μικρό ταξίδι με το τρένο μέσα στην πόλη. Η παρατήρηση των ανθρώπων με μουσική επένδυση, έδινε την αίσθηση πως ζω μέσα σε μια κινηματογραφική ταινία. Οι άνθρωποι μέσα στα βαγόνια αποκτούν μια διαφορετική αύρα. Γίνονται κάτι άλλο, κάτι απόκοσμο.
Υπάλληλοι που πηγαίνουν στις δουλειές τους, μανάδες που πάνε τα παιδιά τους από ‘δω κι από ‘κει, έκπτωτοι αστοί που μέχρι πρότινος σνόμπαραν τον ηλεκτρικό και τώρα πλέον γλείφουν εκεί που έφτυσαν. Ζευγάρια που χτίζουν τη ζωή τους πάνω στις ράγες, πλανόδιοι μουσικοί, πλανόδιοι ερωτευμένοι, οριακά ζωντανοί και σχιζοφρενείς, φανερώνουν τον πραγματικό τους εαυτό μπροστά μου. Μέσα στα τραγούδια που ακούω. Κι όποτε μπορώ, τους αποκρυπτογραφώ. Μεταφράζω τα βλέμματά τους, τις σιωπές και τις βρισιές τους. Περιμένω υπομονετικά να δω, ποιος θα καθίσει γύρω μου στην γαλαρία.
Πάντα μου άρεσε να κάθομαι στη γαλαρία. Αφενός μου άρεσε, γιατί η κεντρική θέση της γαλαρίας βολεύει πάρα πολύ το σταυροπόδι μου, χωρίς να δημιουργεί προβλήματα στον υπόλοιπο κόσμο. Αφετέρου η γαλαρία χωράει πολύ κόσμο, συνεπώς έχω πολύ υλικό να μεταφράσω. Και τρίτον, η προοπτική του υπολοίπου βαγονιού από την κεντρική θέση της γαλαρίας, είναι μια εικόνα μοναδική.
Εκείνο το πρωί, λοιπόν, δεν είχε πολλή κίνηση. Κάθισα στην θέση μου και γύρω μου δεν έκατσε κάνεις. Την τελευταία στιγμή, όμως, μια κοπέλα κράτησε την πόρτα με όλη της τη δύναμη και μπήκε μέσα στο βαγόνι. Κάθισε απέναντί μου. Χάρηκα, γιατί η διαδρομή που είχα να κάνω δεν ήταν μικρή, οπότε δε γινόταν χωρίς κανέναν δίπλα μου. Ήθελα να αρχίσω να την περιεργάζομαι. Αλλά δεν πρόλαβα. Άρχισε εκείνη πρώτη.
Ήθελα να της δώσω χρόνο. Δεν ήθελα όμως να κρατήσει πολύ ο γύρος της. Με την άκρη του ματιού μου, την έβλεπα να με κοιτάει. Το έκανε πολύ προσεκτικά. Έπρεπε να βρω κάτι να την αποσυντονίσει. Άρχισα να χτυπώ διακριτικά το πόδι μου στο ρυθμό του τραγουδιού, που έπαιζε εκείνη την ώρα στ’ αυτιά μου. Νομίζω ήταν το «Μην μου μιλάς για τίποτα», του Παύλου. Δεν τα κατάφερα.
Μου έκανε ένα πολύ διακριτικό νεύμα. Έβγαλα τα ακουστικά, τα τύλιξα πρόχειρα και την ρώτησα τι θέλει.
-Μήπως έχεις ένα τσιγάρο;
-Έχω μόνο στριφτά. Ξέρεις να στρίβεις;
-Όχι… Μπορείς να μου στρίψεις εσύ; Έχω τρεις μέρες να καπνίσω.
Της έδωσα το τσιγάρο και εκείνη την ώρα πήρα την πρώτη πάσα. Μπορούσα να αρχίσω να την παρατηρώ. Στάθηκα στο χέρι της την ώρα που πήρε το τσιγάρο. Ήταν γεμάτο σημάδια. Όσον αφορά την ίδια, ήταν υπερβολικά αδύνατη και χλωμή. Είχε κοντά, ξανθά μαλλιά, μάλλον βαμμένα, τα οποία είχαν αρχίσει να ξεβάφουν. Το πρόσωπο της ήταν πολύ ταλαιπωρημένο. Δε νομίζω να ήταν πάνω από 25 χρονών, αλλά η αϋπνία, η κούραση και η ταλαιπωρία την έκαναν να δείχνει πολύ μεγαλύτερη. Η φωνή της ήταν πολύ ευγενική. Όπως και τα μάτια της. Είχε μία παιδική ευγένεια και μία παιδική αφέλεια. Πήρε το τσιγάρο και το έβαλε στην τσέπη της. Φορούσε ένα κοντό, τζιν σορτσάκι, που μάλλον ήταν κομμένο παντελόνι και μία μπλούζα στο χρώμα του λεμονιού.
Με κέρδισαν ο τρόπος και η παιδικότητά της. Συν τοις άλλοις, μου έκανε εντύπωση το οξύμωρο σχήμα που είχα μπροστά μου: Ένα κορίτσι ντυμένο σαν άνοιξη, που έμοιαζε, όμως, σαν είχαν περάσει όλοι οι χειμώνες από πάνω του. Έβγαλε το τσιγάρο από την τσέπη της, αλλά ήταν σπασμένο. Το είδα, αλλά δεν της είπα τίποτα. Ήθελα να δω αν θα έκανε κάτι. Είχε ένα βλέμμα, έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Με ρώτησε, αν θα μπορούσα να της στρίψω με τσιγάρο. Χωρίς να της απαντήσω καν, άρχισα να στρίβω.
-Συγγνώμη, αλλά έσπασε.
-Μην ζητάς συγγνώμη.
-Με πιστεύεις;
-Ναι, σε πιστεύω. Γιατί να μην σε πιστέψω;
-Εμένα κανένας δεν με πιστεύει, είπε και χαμήλωσε το βλέμμα.
Της έδωσα το τσιγάρο και αυτή τη φορά δεν το έβαλες τσέπη της. Το κρατούσε στα χέρια της σένα είναι κάτι πολύ σημαντικό. Εγώ δεν έβαλα ακουστικά. Η διαίσθηση μου μου έλεγε ότι πλέον είχε ξεκλειδώσει. Εντός ολίγου, -αν δεν έφτανε η ώρα να κατέβει δηλαδή-, θα άρχιζε να μιλάει. Ένιωθα ότι είχε πολλά να πει και ότι κανένας δεν θα είχε την διακριτική ευχέρεια να την ακούσει.
-Πώς σε λένε;
-Βαγγέλη. Εσένα;
-Εμένα με λένε Στέλλα. Δεν έχω πολύ ωραίο όνομα;
-Όντως… Γιατί μου είπες πριν ότι κανένας δεν σε πιστεύει;
-Γιατί έτσι είναι. Κανένας δεν πιστεύει, ότι έχω ξεμπλέξει, αλλά εγώ προσπαθώ. Αλήθεια προσπαθώ!
-Από τι έχεις ξεμπλέξει;
-Δεν κατάλαβες;
Αμέσως συννέφιασε. Κάθε ίχνος αθωότητας χάθηκε σε μια στιγμή. Προσγειώθηκε απότομα στην πραγματικότητα, χωρίς ούτε ίδια να καταλάβει τον τρόπο. Και προσγείωσε κι εμένα μαζί της. Προφανώς ένας άνθρωπος με το δικό της μπλέξιμο είχε την ανάγκη να ακουστεί. Δεν είχε την επιλογή να επιλέξει ποιος θα την ακούσει. Μόνο ένα κρυφό, ζωώδες ένστικτο και η ανάγκη για λίγη νικοτίνη. Πλέον, όμως, είχα εγώ την ανάγκη να την ακούσω.
-Τελικά ξέμπλεξες;
-Ναι. Είμαι καθαρή ένα μήνα τώρα!
-Μπράβο σου! Και τώρα πού πας;
-Στην αδερφή μου. Έχει γενέθλια ο ανιψιός μου.
-Να σου ζήσει!
-Ευχαριστώ. Γίνεται τριών. Η αδερφή μου δεν με κάλεσε, αλλά εγώ θα πάω. Θέλω να δω τον μικρό και τρία χρόνια τώρα δεν με άφηνε.
-Ε τώρα θα σε αφήσει…
-Το πιστεύεις;
-Το πιστεύω!
-Του πήρα και δώρο…Δες!
Άνοιξε το σακίδιό της και έβγαλε από μέσα ένα ξύλινο καρουσέλ. Τα χρώματα του είχαν ξεθωριάσει, αλλά ήταν όμορφο. Μου είπε ότι γι’ αυτό δεν έχει καπνίσει τόσες μέρες. Της έστριψα άλλο ένα τσιγάρο. Δεν περίμενε ότι είναι για εκείνη. Φώτισε το πρόσωπό της. Έβαλε βιαστικά το παιχνίδι στην τσάντα και πήρε το τσιγάρο.
-Πρέπει να κατέβω. Σε ευχαριστώ για τα τσιγάρα…
-Κι εγώ εδώ κατεβαίνω. Μην με ευχαριστείς.
Φτάσαμε στην Βικτώρια. Κατεβήκαμε και οι δύο. Ακολουθήσαμε την ίδια έξοδο, μόνο που εγώ πήγα να πάρω τσιγάρα, ενώ εκείνη έμεινε έξω από το σταθμό. Περίμενα ότι θα έφευγε φουριόζα, για να πάει να δει τον ανιψιό της. Πίστεψα, ότι αυτή θα ήταν η τελευταία σκηνή της ταινίας. Το χάπι-εντ. Εκεί που η πρωταγωνίστρια χάνεται στο πλήθος και η κάμερα κάνει zoom out με «χαλί» πολύ όμορφο, χαρούμενο τραγούδι. μόνο που δεν έγινε ακριβώς έτσι…
Την πλησίασε κάποιος. Ένας τύπος με έντονες γωνίες στο πρόσωπο. Κάτι της έδωσε εκείνη το πήρε. Δεν το έβαλε στην τσέπη του σορτς. Σήκωσε βιαστικά την μπλούζα, και με αστραπιαίες κινήσεις το έβαλε μέσα από το σουτιέν. Φίλησε τον τύπο στο στόμα και κατέβηκε ξανά τις σκάλες προς τον συρμό.
Δεν την είδα ποτέ ξανά. Πάντα περιμένω να την δω. Περιμένω να δω το ξανθό της κεφάλι να προβάλλει από την πόρτα του βαγονιού. Ίσως να μη μάθω ποτέ, αν πήγε στην αδερφή της και αν πραγματικά ξέμπλεξε. Το μόνο που ξέρω, είναι ότι εκείνη την ημέρα στην Καλλιθέα, καθώς άκουγα τον «Πρίγκιπα», είδα μια ρημαγμένη πριγκίπισσα με ένα καρουσέλ, να παρακαλάει για τσιγάρο και κουβέντα. Α, και ότι ανιψιός της τώρα θα κοντεύει να πάει γυμνάσιο…
