Αν, τότε, αλλιώς

Του Βαγγέλη Νάκου.

Αν,

Ένα αυτοκίνητο παίρνει μια στροφή με μεγάλη ταχύτητα. Στην στάση αμέσως μετά την στροφή, ένα παιδί κοιτάζει την οθόνη του κινητού του, χωρίς να δίνει σημασία σε οτιδήποτε άλλο. Όπως περνάει την στροφή και φτάνει στην στάση, ο οδηγός, ο οποίος καταδιώκεται από την αστυνομία, χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Ο ήχος ξαφνιάζει το παιδί, το οποίο σηκώνει τα μάτια του για να δει το τέλος. Ήταν πράγματι αυτό το τέλος; Η ζωή του ποτέ δεν ήταν ευχάριστη, αλλά αυτό δεν σήμαινε κιόλας ότι θα επιθυμούσε αυτήν την εξέλιξη. Θα δάκρυζε, θα ικέτευε να έχει άλλη μία ευκαιρία και να μην είναι αυτό το σημείο όπου το νήμα τελειώνει, αλλά όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Καθόλου χρόνος για δάκρυα, καθόλου χρόνος για δεύτερες ευκαιρίες. Μόνο όσα πρόλαβε να ζήσει, όσα δεν ήθελε να ζήσει και όσα θα ήθελε να ζήσει, να περνούν από μπροστά του σαν καρέ ταινίας του ’30. Ένα χάδι ήταν το τελευταίο πράγμα που πρόλαβε να νιώσει πριν το αμάξι τον παρασύρει μαζί του στο κενό της λήθης. Και ήταν γαλήνιο, για έναν παράξενο λόγο. Αλλά η λύπη ήταν πάλι εκεί μέχρι να πέσει το μαύρο και το παιδί άφησε ένα δάκρυ για να θυμίζει σε αυτό το μέρος πως κάποιος πέρασε κι έφυγε, όπως όφειλε ως περαστικός. Και το ρολόι στο χέρι του συνέχισε να μετρά τα δευτερόλεπτα.

Τότε,

Ένα αυτοκίνητο παίρνει μια στροφή με μεγάλη ταχύτητα. Στην στάση αμέσως μετά την στροφή, ένα παιδί κοιτάζει την οθόνη του κινητού του, χωρίς να δίνει σημασία σε οτιδήποτε άλλο. Όπως περνάει την στροφή και φτάνει στην στάση, ο οδηγός, ο οποίος καταδιώκεται από την αστυνομία, συναντάει μπροστά του το παιδί, το οποίο καθόταν με πλάτη στον δρόμο, στον χώρο για τα λεωφορεία της στάσης. Δεν θα προλάβει να πατήσει φρένο και θα χτυπήσει με δύναμη το παιδί, το οποίο πετιέται στον αέρα σαν μπαλόνι. Μοιάζει παράδοξα αρμονική η εικόνα, σαν να φεύγει όπως προοριζόταν να φύγει· ψηλά στον αέρα, αγγίζοντας τον ουρανό, σαν πίνακας της Αναγέννησης με θέμα την Ανάληψη. Μόνο που ο οδηγός – που καμία σχέση δεν έχει με Αναγέννηση – δεν κόβει και συνεχίζει να τρέχει για να γλιτώσει· οι επιλογές δεν ήταν για εκείνον, δεν υπήρχαν τέτοιες. Ένας αστυνομικός καλεί το ΕΚΑΒ, αλλά είναι ήδη αργά για το παιδί που κείτεται μερικά μέτρα μπροστά. Πλησίασε και είδε το κεφάλι του άψυχου πια παιδιού να έχει απορημένη έκφραση, σαν να μην ήταν όπως το σχεδίασε. Όχι, σίγουρα δεν ήταν το δικό του σχέδιο, σκέφτηκε ο αστυνομικός πριν ξέρασει λίγο πιο δίπλα, μην αντέχοντας το θέαμα. Ο θάνατος δεν ήταν στο σχέδιό του.

Αλλιώς,

Ένα αυτοκίνητο παίρνει μια στροφή με μεγάλη ταχύτητα. Στην στάση αμέσως μετά την στροφή, ένα παιδί κοιτάζει την οθόνη του κινητού του, χωρίς να δίνει σημασία σε οτιδήποτε άλλο. Όπως περνάει την στροφή και φτάνει στην στάση, ο οδηγός, ο οποίος καταδιώκεται από την αστυνομία, κάνει ένα ελιγμό, περνώντας ξυστά από την στάση. Το παιδί νιώθει κάτι να έρχεται κατά πάνω του και σηκώνει το κεφάλι του, για να δει το αμάξι να περνάει κυριολεκτικά ξυστά από την στάση και να παρασέρνει μαζί του και τα απροστάτευτα από το υπερβολικά στενό πεζοδρόμιο πόδια του. Το χτύπημα διαλύει τα δάχτυλα των ποδιών του και ρίχνει κάτω το παιδί, το οποίο χτύπησε το κεφάλι του και την πλάτη του άσχημα κατά την πτώση. Ο πόνος είναι πάλι εδώ, σκέφτεται, όμως δεν είναι μόνο αυτός που νιώθει κάθε στιγμή· είναι κάτι μεγαλύτερο. Ήθελε να ουρλιάξει, να ζητήσει βοήθεια, όμως δεν έβγαινε φωνή από μέσα του. Δεν ένιωθε το κεφάλι του. Το αγγίζει ενστικτωδώς, για να δει τα χέρια του γεμάτα αίμα. Ένας άνδρας με μπλε κατεβαίνει κι έρχεται προς το μέρος του, όμως όλα είναι θολά τριγύρω. Νυχτώνει. Θα ήθελε να σηκωθεί, να πει πως δεν πονάει άλλο πια και πως θα είναι καλά, όλα θα πάνε καλά πια, αλλά το σκοτάδι τον αγκαλιάζει και πάντα δυσκολευόταν να δει σε αυτό, όσο κι αν το είχε συνηθίσει. Ξαφνικά, μια φωνή του φωνάζει να μείνει μαζί του και δεν ένιωσε ποτέ τόση μεγάλη επιθυμία να μείνει με κάποιον, όση τότε. Δάκρυα κύλησαν ξανά και αναμείχθηκαν με το αίμα που είχε γεμίσει το πεζοδρόμιο. Θα ευχόταν να μπορούσε να κάνει το αίμα, νερό, αλλά αυτές είναι θεϊκές ιδιότητες και η δική του αναπόφευκτη Μοίρα ήταν να δει το σκοτάδι του θανάτου, από την ώρα που είδε το φως της ζωής. «Θα μου λείψεις» πρέπει να ήταν τα τελευταία λόγια του. Δεν θυμάται. Τουλάχιστον αυτός ο πόνος έσβησε γρηγορότερα απ’όλους, πρέπει να σκέφτηκε. Μια παρηγοριά από την μία ζωή στην άλλη.

Όλα αυτά και ακόμα περισσότερα, πέρασαν μπροστά από τα μάτια του παιδιού, την στιγμή που το αμάξι έκανε ελιγμό, έμεινε στον δρόμο και πέρασε ξυστά από τα πόδια του, προσπαθώντας να εξαφανιστεί από το οπτικό πεδίο των αστυνομικών που το καταδίωκαν. Το παιδί έμεινε ακίνητο, ατάραχο σε όλα αυτά τα κλάσματα δευτερολέπτου που κύλησαν με απίστευτη βραδύτητα. Μάλλον υπέθεσε πως αν έμενε ακίνητο, θα γινόταν αόρατο και το αμάξι δεν θα ερχόταν κατά πάνω του. Δεν θα ένιωθε σωματικό πόνο, τουλάχιστον όχι και σωματικό πόνο. Και το συναρπαστικό εγχείρημα του πρέπει να πέτυχε, όσο το αμάξι άλλαζε πορεία. Είχε συνηθίσει να ζει ως αόρατος, η ύπαρξή του ήταν κάτι που δεν ήθελε να τονίζει στους υπολοίπους και το δωμάτιό του βοηθούσε στην διατήρηση της ανυπαρξίας του, αλλά τι γίνεται όταν νιώθεις πως όντως είσαι υπαρκτός, με σάρκα και οστά;

Το παιδί έπεσε στα γόνατα από το τρέμουλο, προσπαθώντας να κατανοήσει πως η ανυπαρξία του δούλεψε στο να συνεχίζει να υπάρχει. Ύστερα, δάκρυσε για όλα όσα είχε χάσει και όλα όσα δεν έχασε με αυτό το παιχνίδι που κέρδισε απέναντι στην Μοίρα. Αλλά κανένας δεν είδε τα δάκρυά του. Ούτε τώρα. Είχε γίνει ξανά αόρατος.

Σχολιάστε