«Ήταν η πιο περίεργη ανθρώπινη σύνδεση που έχω ακούσει» είπε. Η ώρα ήταν περασμένη, το μαγαζί είχε αδειάσει αρκετά κι εκείνος ήταν έτοιμος να παίξει τον αγαπημένο του ρόλο. Δηλαδή, περίπου έτοιμος, αν εξαιρέσεις μερικά ποτά. Δεν είχε σημασία· κάτι τον έκανε να πιστεύει ότι άξιζε την ακρόαση.
«Ήταν καλοκαίρι και ο φίλος δούλευε σεζόν στο νησί του. Ένα βράδυ, λοιπόν, τον επισκέπτηκε μια Ρωσίδα· πες το επίσκεψη, ότι κάποιος τους έστειλε να βρεθούν, για κάποιον παράξενο λόγο θαρρώ. Δεν ξέρω, είναι περίεργη ώρα για περίεργη ιστορία ε;» Γέλασε βραχνά. Μάλλον και ο ομιλητής τα είχε πιει. Ίσως λίγο παραπάνω από τον ακροατή. Η κατάστασή τους, η περίεργη ώρα, η περίεργη ιστορία. Έδειχνε να έδενε.
«Ωραία, αφού με αφήνεις να συνεχίσω, ας είναι έτσι. Τον επισκέπτηκε και από την πρώτη στιγμή που μίλησαν, ήταν σαν να ήξερε τον φίλο μου, απίστευτα πράγματα. Βρήκε μονομιάς το πότε περίπου γεννήθηκε. Όχι, δεν σε δουλεύω, ήταν αρχές ενός καλοκαιρινού μήνα και αυτό. Η κοπέλα μιλούσε σπαστά αγγλικά και αν δεν ήταν δύσκολο να συνεννοηθούν άψογα, θα μιλούσαν μέχρι να ξημερώσει. Και κατέληξαν αυτοί οι δύο να περνάνε μέρες και βραδιές μαζί, μέχρι που έφυγε, αλλά όπως θα έχεις μαντέψει ήδη, δεν τελείωσε εκεί.»
Η υγρασία άρχισε να κάνει πιο έντονη την παρουσία της. Άλλο ένα ουίσκι. «Μιλούσαν συνέχεια, με κάθε πιθανό τρόπο. Δεν ήταν ούτε κατά διάνοια κοντά, όμως η παρουσία του ενός ήταν τόσο έντονη στον άλλον. Κι εκείνη είχε ερωτευτεί τόσο πολύ εκείνον που δεν θα έφτανε ποτέ δίπλα της, αυτό το απόμακρο όνειρο, το πρόσωπο που χαιρετάει στο βάθος του δρόμου, κάτω από τα φώτα της πόλης. Νομίζω πως έχω πιεί αρκετά, αλλά θα χρειαστώ άλλο ένα, ποτέ δεν λέω όχι σε κέρασμα αν μπορώ να ανταποδώσω, ευχαριστώ. Κάποια στιγμή βρέθηκαν ξανά κι εκείνος είχε χτυπήσει τατουάζ το αγαπημένο της παιδικό. Ενθουσιαστηκε, της ήταν τόσο τρομακτικά ταιριαστό όλο αυτό που συνέβαινε. Και ταίριαξαν και αποχωρίστηκαν και ο καθένας βρήκε άλλον να φέρει δίπλα του, όμως ακόμα κι εκείνη την μέρα, ο φίλος που μας το εξιστορούσε ήταν τόσο ζωντανός όσο μας μιλούσε, λες και το έβλεπε ξανά μπροστά του και ξαφνικά όλο το φως έπεφτε πάνω του, έλαμπε φίλε μου.»
«Ούτε τότε, 6 χρόνια μετά, την είχε ξεχάσει. Προβληματισμένο σε βρίσκω, θες να συνεχίσω; Εντάξει, εντάξει, όπως θες. Ξέρω ότι έγινα λίγο παραπάνω περιγραφικός, αλλά έπρεπε να ήσουν από μία μεριά να το έβλεπες. Βασικά, είμαι σίγουρος ότι θα το φαντάζεσαι τώρα, σε ξέρω καλύτερα απ’ότι εσύ. Εν τέλει, εκείνη τον άνθρωπό της τον παντρεύτηκε, έκανε ένα υπέροχο παιδάκι κι εκείνος περίμενε την κοπέλα του όσο μας τα έλεγε. Του είχε αφήσει κι ένα μπρελόκ που είχε από μικρή, στο είπα; Ήταν το γούρικό της μπρελόκ και ήθελε να του το δώσει. Μας το έδειχνε και τότε μας είπε ότι όλα αυτά δεν τα είχε πει πουθενά αλλού. Πουθενά όμως. Ούτε στους κολλητούς του. Κι εμείς σε ένα μαγαζί στο κέντρο της πόλης να κοιταζόμαστε άναυδοι. Τον κοιτούσα και για κάποιο λόγο, ένιωθα όμορφα. Ξέρεις το ότι κάθισε και μοιράστηκε μαζί μας· μαζί μου, όλο αυτό.»
«Νομίζω ότι με νιώθεις, όσο σου επιτρέπει το αλκοόλ. Αυτό το αίσθημα ότι είσαι τόσο σημαντικός για μία βραδιά, ώστε ο απέναντί σου να θελήσει να μοιραστεί το σεντούκι του με τις λίρες που είχε θάψει βαθιά στην γη. Κι εσύ βλέπεις τον χρυσό και το θεωρείς λιγάκι άδικο, γιατί στο κάτω κάτω της γραφής, δεν νιώθεις ότι δικαιούσαι ούτε μία λίρα από εκεί μέσα. Ισως, λέω ίσως, να προτιμάς να περνάς απαρατήρητος στις σκιές που απλώνονται στα στενά, κάτω από ερειπωμένα και μοντέρνα κτίρια. Δεν έχει σημασία το περίβλημα, οι σκιές είναι με διάφορες αποκλίσεις σχεδόν ίδιες.»
«Πολλή ζέστη ε; Ναι, κι εκείνο το βράδυ έκανε. Όμως ξέφυγα και δεν μου αρέσει. Η επικοινωνία τους χάθηκε ελέω γάμου, εκτός από ένα μικρό πραγματάκι. Μια φράση που εκείνη κόλλησε σε καθετί που ανέβαζε στο Instagram της, ένα πετραδάκι στον έρωτα στα χρόνια της κοινωνικής χολέρας. «Μην ξεχνάς ποτέ ποιος είσαι». Ατάκα από το αγαπημένο τους παιδικό. Δείχνει εξίσου παιδικό και χαζό, το ξέρω, ποτέ δεν ήσουν των ρομαντικών. Επίσης, δείχνει πολύ λιτό, τόσο που η προσπάθεια να σε προβληματίσει δείχνει χαζή και την απορρίπτεις· θες κάτι πιο σύνθετο. Όμως φίλε μου, δεν σε ρωτάω αν ξέχασες, αλλά αν ξέρεις ποιος είσαι. Μην αγχωθείς αν δεν έχεις ξεκάθαρη απάντηση, είσαι μικρός ακόμα. Ωστόσο, μπορώ να σου πω ότι εκείνη την στιγμή, όλοι μας εκεί μέσα ξέραμε ποιοι ήμασταν. Και μάλλον ήθελα να κοιτάζω τις σκιές των στενών. Είχα πράγματα να δώσω. Είχα πράγματα να μάθω. Ώρα να μάθεις κι εσύ, φίλε μου. Μέχρι τότε, καλό σου ξημέρωμα.»
Έξω ο ήλιος είχε αρχίσει να ανατέλλει, δίνοντας ένα άγριο χρώμα σε εκείνη την ήρεμη γωνιά. Ένα τσιγάρο άναψε και ο ακροατής απλά κοίταζε τις σκιές στον ουρανό, πριν κοιτάξει εκείνες που τον καλούσαν να τις αγγίξει με την ευγενική σιωπή του, εκείνη της ακρόασης. Τότε, ίσως και να ήξερε. Ίσως να βρήκε την απάντηση σε ένα θαμμένο σεντούκι στο βάθος της γης. Ίσως και να πετάχτηκε μπροστά του, στα άγρια χρώματα του ουρανού· ίσως και στις σκιές κάπου στην μέση. Ίσως.
