Η θέα από την ταράτσα πάντα προκαλούσε δέος στον ψηλό άνδρα που στεκόταν στην άκρη της. Θα μιλούσε για τα ψηλά κτίρια που ορθώνονται μπροστά του και τον ποταμό στο βάθος, αλλά δεν ήταν αυτό το οπτικό του πεδίο. Αυτός κοιτούσε προς τα κάτω.
«Τι λες να τον ώθησε να πέσει κάτω;» ρώτησε τον συνάδελφό του. Η κυκλοφορία είχε διακοπεί προσωρινά και οι περαστικοί κοιτούσαν το μέρος που είχε περικυκλωθεί από ταινίες και ανθρώπους με στολές.
«Ένας από πολλούς λόγους, ή συνδυασμός τους» απάντησε ο νεαρός.»Είναι νωρίς ακόμα για να γνωρίζουμε κάτι».
«Κι αν για εκείνον ήταν πολύ αργά όταν έμαθε την απάντηση σε αυτό;» ρώτησε ο ψηλός άνδρας, ενώ έσβηνε το τσιγάρο του με την σόλα του παπουτσιού του. Ο νεαρός άνδρας δεν ήξερε τι να απαντήσει.
«Πως θα ήταν αν έπεφτες; Η πτώση θα ήταν γρήγορη;»
«Μπορεί και να μάθαινα να πετάω» απάντησε ο νεαρός γελώντας κοφτά για να επανέλθει στο σοβαρό ύφος του.»Η πτώση δεν είναι πάντα κάτι κακό, αρκεί να βρεις κάτι καλό ή έστω καλύτερο από αυτό που σε ώθησε προς εκείνην, όταν προσγειωθείς.».
«Κι αν η πτώση δεν σταματήσει ποτέ; Αν η πορεία μας είναι μια ατελής πτώση, χωρίς γραμμή τερματισμού;».
«Σκέφτεσαι να πέσεις;». Ο ψηλός άνδρας τον κοίταξε λίγο και ύστερα κοίταξε στο αχανές γαλάζιο.
«Μπα.» απάντησε αφήνοντας έναν ελαφρύ αναστεναγμό.»Έπεφτα για πολύ καιρό και ο κόσμος έφυγε από εκεί που περίμεναν να πέσω, σαν να σταμάτησαν να ελπίζουν. Και χάθηκα στην ατελή πτώση, οπότε βρήκα κάτι να πιαστώ και σκαρφάλωσα πάλι πίσω. Και ο ουρανός, έχει τόσο έντονα χρώματα. Είναι συναρπαστικό, δεν βρίσκεις;». Σιωπή από τον νεαρό άνδρα. Ο ψηλός άνδρας άναψε κι άλλο τσιγάρο. Δεν ήταν η ώρα να κατέβει ακόμα, αλλά είχε βρει την απάντηση που ήθελε.
«Εκείνος που έπεσε είχε δει το τέλος του και η πτώση δεν θα ήταν ατελής. Η πτώση είχε προέλθει. Αυτός απλά πάτησε το κουμπί » συμπλήρωσε με βραχνή φωνή ο ψηλός άνδρας.
«Ήταν το τέλος της αγάπης;» ρώτησε ο νεαρός άνδρας και οι δύο τους γέλασαν κοφτά και ταυτόχρονα, σαν να ήταν σε αρμονία οι σκέψεις τους.
«Θα σου έλεγα ότι λες μαλακίες, αλλά ξέρεις, μια ζωή χωρίς αγάπη δεν έχει συνέχεια. Εκεί μπαίνει η τελεία.».
«Υπάρχει όντως η τελεία σε αυτό; Γιατί εγώ δεν την βρήκα ποτέ.» ρώτησε ο νεαρός άνδρας. Ο ψηλός προβληματίστηκε και όταν κοίταξε κάτω ξανά, ο κόσμος είχε φύγει. Τα βράχια που οδηγούσαν στο ποτάμι του χωριού του έδειχναν τόσο άγρια, έτοιμα να τον κατασπαράξουν με το παραμικρό λάθος.
«Αυτή ήταν η δική σου ατελής πτώση, φίλε μου.» είπε από μέσα του ενώ πετούσε το τσιγάρο στον γκρεμό και γύρισε την πλάτη του. Στα χρόνια της καραντίνας, ο ουρανός ήταν πάντα γκρίζος, αλλά ακόμα θυμάται τα έντονα χρώματα στον ορίζοντα εκείνης της ταράτσας.
