«Τα πρώτα 3 χρόνια της αιωνιότητας είναι δύσκολα, μετά συνηθίζεις» είπε κάπως πικρά, συνοδεύοντάς το με ένα θλιμμένο γέλιο που βάρυνε ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα. «Πέρασα 6 χρόνια παλεύοντας με τα κύματα, μέχρι να βρω στεριά» συμπλήρωσε εμφανώς πιο σοβαρά.
«Βρήκες την Καλυψώ ή την Πηνελόπη;» ρώτησε ο συνομιλητής. Ο αφηγητής πήρε ακόμα μια βαριά ανάσα, όπως συνήθιζε.
«Τίποτα από τα δύο. Αλλά δεν με ένοιαζε πλέον, ήξερα την μοίρα μου πολύ πριν βρω στεριά. Ίσως και να μην ήθελα να βρω στεριά κατά βάθος. Ήταν βολικά γαλήνια η θάλασσα ώρες ώρες.»
«Δεν είχες λίγες φουρτούνες.»
«Δεν μπορούσα να παραδοθώ κιόλας. Είναι παράδοξο το πως μένει κανείς στην μάχη ενώ είναι η τελευταία γραμμή και όλοι γύρω του έχουν μετατραπεί σε άψυχα κουβάρια. Τρέχουν κατά πάνω σου κι εσύ λες «ελάτε». Θα πεθάνεις, αλλά δεν μπορείς να τρέξεις. Θα τελειώσουν όλα, αλλά δεν βρίσκεις θεμιτή λύση να τελειώσει κιόλας· δεν γίνεται να τελειώσει. Και ίσως αν παγώσεις τον χρόνο, δεν θα αλλάξει τίποτα απ’όλα αυτά και όλα θα είναι αλλόκοτα ίδια, ελπίζοντας πως όταν αρθεί η παύση, να έχουν αλλάξει τα πάντα.»
Εκείνη τη στιγμή ακολούθησε όντως μια παύση. Ο συνομιλητής ένιωθε ότι είχε ακούσει σχεδόν όλα όσα ήθελε για να βγάλει πόρισμα. Σχεδόν.
«Ποτέ δεν θα είσαι έτοιμος γι’αυτό, έτσι δεν είναι; Γιατί δεν σε άφησαν ποτέ.»
«Ναι, έτσι θα είναι.»
«Αξίζει να είσαι έτοιμος να πέσεις μαχόμενος;» ρώτησε νηφάλια – τι ειρωνεία, ήταν ήδη σακατεμένοι. Ο αφηγητής έσκασε στα γέλια.
«Η ζωή είναι μικρή και κάποια μέρα όλοι θα πεθάνουμε.» είπε γελώντας βαριά. «Και σίγουρα κανένας δεν ήταν ποτέ έτοιμος γι’αυτό, πότε. Δεν υπάρχει κάποιο εγχειρίδιο και σίγουρα είναι καλύτερα έτσι. Η ζωή θα ήταν ανούσια χωρίς αυτήν την μάχη.»
Ο συνομιλητής τον κοίταξε συγκαταβατικά και του είπε κάτι σιγανά, αλλά μια φωνή τον διέκοψε.
«Το επισκεπτήριο τελείωσε, πρέπει να ξεκουραστεί ο Χ.» είπε. Οι τοίχοι πρέπει να γέμισαν με ντροπή όσο το ξεστόμιζε, αλλά μετά σκέφτηκε ότι κουβαλούσαν ήδη αρκετά. Ετούτος ο τόπος ήταν γεμάτος με πάλη με τις αποτυχίες και τα θεμέλια γεμάτα με τα κουφάρια των λησμονημένων. Βρωμάει άξιος θάνατος.
Πάει καιρός από εκείνην την επίσκεψη, αλλά ακόμα την σκεφτόταν επάνω στις άγριες κορφές από τις οποίες προέρχονταν. Το καλοκαίρι έφευγε κι εκείνοι κάθονταν κάτω από τον πλάτανο. Θαρρείς πως ο κρύος αέρας δεν τους άγγιζε, έτσι όπως ήταν χωμένοι στα φούτερ τους και κοιτούσαν τα αστέρια. Ο ουρανός παρέμενε το ίδιο λαμπερός κάθε φορά, ακόμα και στις μαύρες του. Ένα σημάδι ότι όλα θα πάνε καλά.
«Να βάλω άλλο ένα;» είπε ο αφηγητής στον συνομιλητή. Οι ανάσες τους βρωμούσαν τσίπουρο εδώ και ώρα. Όλα καλά θα πάνε.
«Ναι, αμέ.» απάντησε. Το γέλιο τους έσπασε την γαλήνη, χωρίς να την διαλύει, ενώ ο ήλιος ξεπρόβαλλε δειλά δειλά από το βουνό που τους περιέβαλε. Όλα καλά.
«Όλα θα πήγαιναν καλά για ό,τι άξιζε, στο είχα πει.»
Ο ήλιος ανέτειλε.
