Σε εκείνο το άδειο βαγόνι των τελευταίων ωρών του μετρό, ένα οριγκάμι κείτεται στο πάτωμα, μοναχικό, θλιμμένο, θαρρείς πως ο άνεμος κάποιου αλησμόνητου τέλους το έφερε δίπλα του. Εκείνος το περιεργάστηκε σιωπηλά με τα ακουστικά να σβήνουν κάθε περιττό θόρυβο, μόνο μουσική τέλους για κάποια ταινία που δεν είχε δει ακόμα και θα ήθελε τόσο να του μάθει πράγματα. Το άγγιξε απαλά, φοβούμενος μην σπιλώσει αυτό το πανέμορφο αντικείμενο, και προσπαθούσε να θυμηθεί τι συμβόλιζε το οριγκάμι στην ιαπωνική κουλτούρα. Το κοίταξε καλύτερα, ήταν γερανός. «Κλασικό» σκέφτηκε και γέλασε άβουλα. Ύστερα, συνέχισε να το κοιτάζει, προσπαθώντας να διαβάσει την ιστορία του φαινομενικά αταίριαστου αντικειμένου. Και ύστερα, σιωπή απλώθηκε στο βαγόνι.
«Θα έλεγες ότι μ’αγαπάς;» ήταν η πρώτη λέξη που ξεστόμισε εκείνο το παγωμένο βράδυ. Ένα αταίριαστο ζευγάρι στεκόταν σε απόσταση σε έναν έρημο δρόμο μιας πόλης που υπνοβατεί. Εκείνος παλεύει να πάει κοντά, εκείνη παλεύει να φύγει.
«Αγαπάω το δικαίωμα του να χαζεύω τα πουλιά που φεύγουν για πιο ζεστά κλίματα πάνω από την φουρτουνιασμένη θάλασσα και να κόβω βόλτες στο μετρό» είπε. «Αλλά είναι δύσκολο να μάθω να πετάω».
«Θα σου μάθω εγώ όσο τα πουλιά θα παραθερίζουν μακριά από δω, σου το υπόσχομαι» είπε σχεδόν απεγνωσμένα, αλλά ήταν αργά. Ξαφνικά, ένα οριγκάμι έπεσε από ψηλά πάνω στα μακριά μαλλιά της. Ή μήπως το φαντάστηκε σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να πετάξει; Λένε ότι οι γερανοί δεν κάνουν ποτέ στάση σε τούτα τα μέρη· απλά πετάνε, φεύγουν μακριά. Μάλλον και σε αυτά θα μοιάζουν πολύ αφιλόξενα τα ψηλά κτίρια και τα άγρια βουνά.
Στο μετρό, ο παρατηρητής ακόμα περιεργαζόταν το οριγκάμι. Σε λίγο θα κατέβαινε και παρ’ότι είχε κερδίσει τον θαυμασμό του, υπέθετε ότι θα ήταν ασέβεια να το κλέψει και να το πάρει μαζί του. Η θέση του ήταν στο μετρό. «Λίγο ακόμα» είπε σιωπηλά, σαν να ήταν προσευχή.
Εκείνη δεν απάντησε ποτέ στην παράκληση. Έφυγε από εκεί με αργά και σταθερά βήματα κρατώντας το οριγκάμι απαλά, όσο εκείνος την κοιτούσε αποσβολωμένος, ανήμπορος πια από το βάρος της απόρριψης. Δεν την ακολούθησε κι εκείνη παρέμεινε μόνη στο έδαφος, παλεύοντας να πετάξει μακριά. Κάποια στιγμή πέταξε κι έπεσε στις ράγες του μετρό, το οποίο την πήρε μακριά. Το οριγκάμι ήταν άθικτο στην άκρη της αποβάθρας, μπροστά από μια διαφήμιση για τις Κυκλάδες, μέχρι που ένα παιδάκι το πήρε μαζί του.
«Μπαμπά, κοίτα τι όμορφο που είναι. Πως το λένε;».
«Δεν ξέρω παιδί μου, άσ’το κάτω, είναι βρώμικο».
Το παιδάκι άρχισε να διαμαρτύρεται δυνατά στο μετρό και ο πατέρας του συγχύστηκε και το πέταξε μακριά στο βαγόνι. Το παιδί το έχασε κι έβαλε τα κλάματα και δεν σταμάτησε μέχρι που του πήρε μια σοκοφρέτα για να ηρεμήσει. Έκτοτε, το οριγκάμι ταξίδευε στην υπνοβατούσα πόλη κάτω από το χώμα, ψάχνοντας το άψυχο ταίρι του στις θέσεις των επιβατών, περιμένοντας να το προσέξουν. Μέχρι τώρα.
Η φωνή στα μικρόφωνα ανακοίνωσε πως ήρθε η ώρα να φύγει. Το κοίταξε για τελευταία φορά και θυμήθηκε πως οι Ιάπωνες είχαν έναν βαθύ σεβασμό για τα οριγκάμι, σαν δικό τους δημιούργημα. Τόσο απλό ήταν τελικά. Το άφησε προσεκτικά στην διπλανή του θέση με ταμπέλα «Μην κάθεστε εδώ» και το αποχαιρέτησε σιωπηλά, αφήνοντάς το να συνεχίσει την μάταια αναζήτησή του. Έστω κι έτσι, είχε έναν σκοπό, κάτι να ψάχνει στα αποκαΐδια. Βγαίνοντας από τον σταθμό, ο κρύος αέρας του υπενθύμισε πως είχε ένα ταξίδι να κάνει και την επόμενη μέρα ανέβηκε στο αφιλόξενο μέρος που έμαθε μόνο στις ζεστές μέρες του. Πλέον μόνος, ένιωσε πιο έντονα την απουσία όλων τους, τώρα που ο χειμώνας έρχεται. Ωστόσο, ήταν εντάξει, κι ας μην έφτασε τώρα ο χειμώνας για εκείνους, αλλά καιρό πριν. Πίσω από το χιόνι θα έλεγε πως έπαιζε ένα σιγανό παραδοσιακό μοιρολόι. Ο χειμώνας θα ήταν βαρύς, αλλά κάτω από το χώμα θα έχει ζέστη για το οριγκάμι. Θα ήταν καλά.
