Εύκολο να βρεθεί

Η νύχτα ήταν βαθιά και ο αέρας δυνατός, τον επνιγε. Η υγρασία τρυπούσε τα κόκαλά του, τον έδιωχνε. Όσο φυλούσε το άγονο ετούτο μέρος, το οποίο δεν διάλεξε ποτέ, αλλά το θεωρούν καθήκον του, το ανέχεται. Κοίταξε το κινητό του και η ώρα δεν περνούσε. Κοίταξε ημερομηνία και ο χρόνος είχε περάσει σαν τρελός. Κοίταξε το απέραντο μαύρο και βγήκε στην μέση του τόπου, κλείνοντας τα μάτια του.

«Να σε φιλήσω;» ρώτησε η μία. Έγνεψε καταφατικά κι εκείνη τον φίλησε. Και αυτός έφυγε πιο πέρα κι εκείνη χάθηκε χωρίς να την νοιάζει πια.

«Θα ήθελα πολύ να ήμουν εδώ, αλλά όχι πια» είπε η δεύτερη κι έφυγε. Δεν την κοίταξε ποτέ, δεν έβρισκε λόγο.

«Πρέπει να φύγω, το ξέρεις» είπε η τρίτη κι έφυγε. Εκείνος πόνεσε, αλλά συνέχισε. Δεν ήταν η ώρα για να πέσει.

«Μακάρι να μην έπεφτες» είπε η τέταρτη κι εκείνος άφησε ένα δάκρυ στον άνεμο, αλλά δεν μπόρεσε. Έκανε μια προσπάθεια να την κρατήσει, αλλά άφησε το χέρι. Κι έπεσε.

Και το τελευταίο χέρι. «Δες, γύρισα» είπε η πέμπτη και του κρατήσεις το χέρι, ενώ εκείνος ετοιμαζόταν να λυγίσει. Εκείνη τον είχε αφήσει καιρό πριν, πηγαίνοντας να βρει αποδημητικά πουλιά και αυτός νοσταλγούσε τις άγριες μέρες που τα μαλλιά φώτιζαν τον ήλιο. Του έλειψε αυτή η συντροφιά.

«Μ’ αγαπάς;»

«Πάντα» συμπλήρωσε.

«Κι εγώ. Κι εγώ» είπε η πέμπτη.

Όταν έφυγε από το άγονο μέρος, σε εκείνο το ταξίδι βρήκε ένα οριγκάμι. Άφησε το οριγκάμι, γύρισε στο σπίτι και είπε αντίο σε καθετί που τον ταλαιπώρησε κόβοντας τα μαλλιά του, τα οποία πήρε μαζί του κι έβαλε μπρος για τα άγρια βουνά που καιρό πριν τον έφεραν στη αγριότερη φύση όλων, την καθημερινότητα.

«Αντίο. Μεγάλωσα και φεύγω» είπε πριν εγκαταλείψει την μάταια πάλη φθοράς.

Βλέποντας τα βουνά, αναθάρρησε. Πήγε στο αγαπημένο του ύψωμα και πέταξε τα μαλλιά του στο ποτάμι από κάτω. Ο αέρας επέστρεψε και άγγιξε τον ώμο του.

«Πως και από δω ρε μαλάκα;».

«Είναι εύκολο να βρεθώ. Πάντα ξέρεις» είπε εκείνος.

«Ευχαριστώ για τα καραβάκια» του είπε χαμογελαστά. Τα μάτια του, ντροπαλά, έλαμπαν.

«Εγώ ευχαριστώ που τα δέχτηκες» είπε.

Κοίταξε γύρω του, άναψε ένα τσιγάρο κι έψαξε ένα νόημα μέσα σε όλη αυτή την εικόνα και την θέση του σε αυτήν. Σκέφτηκε την ματαιότητα οποιαδήποτε άλλης θέσης του πέραν της τωρινής και γέλασε έντονα, τόσο που δάκρυα άρχισαν να κυλούν και το γέλιο του είχε σβήσει. Ήταν μόνος κι ελεύθερος να συλλογιεται. Ήταν μοναχικά χαμένος στην άθλια ομορφιά του γαλήνιου χάους. Ήταν εύκολο να βρεθεί.

Σχολιάστε