Επιθυμία

Ένας άντρας περπατά στην μέση ενός κεντρικού δρόμου κοιτώντας ψηλά, μα συνάμα σκυφτός. Μπαίνει στο λεωφορείο και φεύγει για το μετρό. Στην διάρκεια της διαδρομής, συναντά μια κοπέλα που γράφει στο τετράδιό της. Η περιέργεια γεννήθηκε μέσα του, ήθελε να μάθει. Οπότε, έβγαλε τα ακουστικά του και την ρώτησε τι της έφερε εδώ την έμπνευση. Πρέπει να είπε για το ταξίδι της στην Μπρυζ, αλλά αυτός θα άκουσε Σιγκαπούρη. Δεν είχε ιδιαίτερη σημασία, σκέφτηκε, είναι όλα θέμα οπτικής. Αργότερα, ήρθε η ώρα του να κατέβει, αλλά ο δρόμος τον οδήγησε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου μοναχικά πλασμένο, ιδανικά κενό, με αριθμό δύο χιλιάδες και κάτι. Το σπίτι δεν τον χωρούσε πια και δεν ήξερε που να πάει· βρήκε τον προορισμό κάτω από τα λαμπερά φώτα της πόλης που δεν ξυπνά ποτέ. Κάθισε αναπαυτικά στην καρέκλα, διότι το κρεβάτι δεν του ταίριαζε, έκλεισε αργά τα μάτια του και άναψε ένα τσιγάρο, αφήνοντας στην φαντασία του την εικόνα του καπνού να απλώνεται νωχελικά, μα τάχιστα, γύρω του, με απαλούς ελιγμούς. Υπέθεσε ότι θα ήταν η διάθεσή του τέτοια. Ας είναι.

Το προηγούμενο βράδυ είδε ότι του έγραφε σε αυτό το δωμάτιο κι έπειτα του έδωσε να διαβάσει. Θα ήταν μια ιστορία πολεμικών τεχνών, από αυτές που φιλοδοξούν να συναρπάσουν το κοινό με τις γλαφυρές κι ενθουσιώδεις περιγραφές ενός παρελθόντος επικών ανθρώπων που ούτε μπορούν να φανταστούν πως έζησαν και ίσως και να μην έχουν ιδέα, μα δεν είχε σημασία διότι δεν ήταν αυτό το θέμα της ιστορίας στα μάτια του. Απόψε διάβαζε μια ιστορία. Ένας έρωτας που έγινε βαθιά αγάπη και ύστερα τελειώνει εκεί που δεν το περιμένει, με έναν κρότο. Έκλεισε γρήγορα το βιβλίο και άνοιξε τα μάτια του έντρομος, μα γύρω του είχε απλωθεί η σιγή του κρότου μαζί με τον καπνό από το πλέον σβησμένο τσιγάρο. Τώρα πια ο κρότος βρισκόταν βαθιά χωμένος σε ένα μακρινό δέντρο μαζί με τις υπόλοιπες κραυγές που αφήνουν τα χαμένα μυστικά, όλες τις κραυγές που έθαψε ο χρόνος. Προσπάθησε να θυμηθεί αν η κοπέλα του μίλησε για την Μπρυζ ή την Σιγκαπούρη· είχε δει κάπου ότι στην Μπρυζ υπάρχει το καθαρτήριο της Κόλασης του Δάντη και πως η λύτρωση όντως έφτασε με έναν κρότο, μα δεν ήξερε. Η φωνή της ερχόταν πίσω από το σκονισμένο τζάμι του λεωφορείου και η εικόνα της Σιγκαπούρης ήταν θολή και συγκεχυμένη, σαν τα χαμένα της παντοφλάκια από το δωμάτιό του, η ιστορία του παλιού αγοριού που χάθηκε με το άγγιγμα των χεριών μέσα σε ένα παλιό ταξί. Ή μήπως ήταν η Μπρυζ; Δεν είχε καμία απολύτως σημασία.

Σχολιάστε