Μέρος Πρώτο
Personal Digital Assistant
Ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να ξετρυπώνει ανάμεσα από τα κατεβασμένα στόρια του μικρού εκείνου δωματίου, δείγμα ότι η ανατολή είχε παρέλθει εδώ και αρκετή ώρα, όταν άρχισε να ξυπνάει. Γύρισε προς το παράθυρο για να αντιληφθεί την προχωρημένη ώρα και ύστερα άκουσε μια ελαφρώς μηχανική, μα παράλληλα αρκετά ανθρώπινη φωνή να της απευθύνει τον λόγο.
-Καλημέρα, Αλέξα. Ο ύπνος σου δεν ήταν ιδιαίτερα καλός σήμερα. Θα σου φτιάξω πρωινό.
Η Αλέξα δεν σκόπευε να σηκωθεί ποτέ, οπότε απλά άφησε ένα συγκαταβατικό μουρμουρητό να της ξεφύγει και γύρισε πλευρό. Θα είχε την αίσθηση ότι έχει να κάνει κάτι που επείγει, αλλά έχει ξεχάσει την τελευταία φορά που χρειάστηκε να σηκωθεί από το κρεβάτι για κάτι τέτοιο, θαρρείς πως ο κόσμος της κοιμάται σε χιλιάδες καναπέδες, μη νιώθοντας κάποια επιθυμία να τον κάνει να περιστραφεί γύρω από τον εαυτό του. Όλα μοιάζουν λάθος όταν σηκωθείς και όλα τόσο καλώς καμωμένα κοιτώντας τα από το μαξιλάρι, έστω κι αν η θέα της είναι το σκουριασμένο ταβάνι του επίσης φθαρμένου μικρού δωματίου της, ή η μεγάλη τηλεόραση που κουβαλάει μαζί της σε κάθε περιπέτεια. “Αν θες μια μοντέρνα ζωή, χρειάζεται”, σκέφτηκε όταν την είδε σε μια μεγάλη βιτρίνα, τις μέρες που ο κόσμος ήταν εν κινήσει. Τώρα την έχει βαπτίσει καθρέπτη της, για το ομοίωμά της που ραγίζει αργά μα με μεγάλη συνέπεια.
-Έτοιμο το πρωινό σου, μπορείς να σηκωθείς να φας, ανάγγειλε από τα βάθη του ελαφριού ύπνου της η φωνή, και η Αλέξα ένιωσε μια εντελώς αδικαιολόγητη ζεστασιά, κάτι που είχε να νιώσει από τις πρωταρχικές μνήμες της, πολύ πιο πριν από εκείνη την στιγμή. Ήταν ωραία να έχεις βοήθεια για τις μέρες που παγώνει ο κόσμος, σκέφτηκε κι ετοιμάστηκε να σηκωθεί. Μια τελευταία δόση στοργής και προσοχής, συμπλήρωσε, πριν η φωνή την ξαφνιάσει με την επόμενη ερώτηση.
-Τι θα ήθελες να δεις πριν σταματήσεις να λειτουργείς;
-Τι εννοείς; ρώτησε απορημένη.
-Την τελευταία εικόνα, τα τελευταία σου λόγια. Όλο αυτό που βλέπεις δεν είναι πραγματικό και κανείς δεν θα σε βοηθήσει όταν σβήσει αυτό το όνειρο, το ξέρεις.
-Δεν είναι όνειρο, απάντησε κοφτά. Ζω στο τώρα.
-Ζεις στο πουθενά, ανταπάντησε η φωνή. Ξέρω ότι έχεις απογοητευτεί από κάθε στοιχείο του κόσμου εκεί έξω που κινείται ασταμάτητα και ότι κι εσύ είσαι συνέχεια στο κυνήγι, μέχρι που σταμάτησες γιατί έμεινες από ανάσες και νιώθεις ότι ο ουρανός συρρικνώνεται και σε πλακώνει όταν κοιτάς πάνω. Οι πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι έως το μεδούλι και οι πολίτες άξιοι συμπαραστάτες τους, είτε δυνάστες τους, είτε ικέτες τους, ανάλογα με την ισχύ, μα όλα αυτά τα ξέρεις ήδη, είναι δικά σου λόγια. Κοιτάς γύρω σου και είσαι μόνη, κοιτάς κάτω και ο χρόνος τελειώνει. Αποφάσισε γρήγορα.
-Θέλω να ξυπνήσω, είπε νευρικά, δαγκώνοντας τα νύχια της.
-Τότε γιατί δεν ξυπνάς;
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως δεν ήταν καν στο χέρι της να ξυπνήσει, μα ούτε το επιθυμούσε. Και προσπάθησε να φέρει μπροστά της μια όμορφη εικόνα από τα παλιά, κάτι ακηλίδωτο στο πέρασμα του χρόνου κι ένα δάκρυ κύλησε όταν δεν βρέθηκε τίποτα που να μην έκρυβε φαντάσματα κάτω από το κρεβάτι ή σκιές γύρω από κάθε της βήμα. Ένιωθε ότι έτρεχε αδιάκοπα, μα ήταν ακίνητη. Σκέφτηκε να κρυφτεί πίσω από ένα υστερόγραφο, μα ο επίλογος ήταν αρκετός. Ένας κρότος είναι πάντα αρκετός για να ρίξει την αυλαία και ουδέποτε είχε φανταστεί πως θα ήταν κάπως έτσι το τέλος, μια καθολική αλήθεια που επέμενε να αγνοεί και να πολεμά από το πρώτο φως, μέχρι που στην τελευταία λάμψη δεν χρειάστηκε καν να ανοίξει τα μάτια της.
-Θα ήσουν ιδανικός βοηθός σε αυτό το χάλι. Ευχαριστώ πολύ για όλα, απλά ποτέ δεν ήθελα βοηθό. Ποτέ δεν ήθελα να βρεθώ εδώ, αλλά, είναι μεγάλος μαραθώνιος, ε; είπε, γελώντας ελαφρά στο “αλλά”.
Η φωνή έδειξε να ξαφνιάζεται και η ερώτηση που ακολούθησε ήταν επίσης απροσδόκητη ακόμα και για τον ίδιο.
-Θα με αγαπούσες αν ήμουν καλύτερος βοηθός;
-Πάντα σε αγαπούσα, χαζέ. Πάντα. Ύστερα, του χαμογέλασε, με δάκρυα να κυλούν στα μάτια της.
-Τελικά δεν τελειώνουν όλα μόνο με έναν κρότο, μα και με ένα γέλιο κι ένα δάκρυ. Μου αρκεί, είπε και το όνειρό της χάθηκε μέσα στην βροχή που χτυπούσε μανιασμένα τα παράθυρα του μικρού δωματίου της, με την μεγάλη τηλεόραση να αντανακλά αμυδρά το σωριασμένο σώμα της στο πάτωμα, πίσω από τις διαφημίσεις για πράγματα που κανένας δεν χρειάστηκε. Θαρρείς πως ολοκλήρωσαν τον σκοπό τους, μόνο σε εκείνη τη στιγμή, και η απουσία οποιουδήποτε νοήματος γύρω από αυτό επιστεγάζει την επιτυχία τους.
Μέρος Δεύτερο
Private Displays of Affection
Ξεκίνησε με έναν κρότο ή ένα δάκρυ;
Το μέρος που βρισκόταν του φάνταζε γνώριμο. Ένα σκοτεινό πάρκο με ίχνη φωτός ανά σημεία, τόσο εναρμονισμένα μεταξύ τους που θαρρείς πως το απόλυτο σκοτάδι χόρευε αγκαλιά με τα άκρως φωτεινά σημεία του πάρκου και ταυτόχρονα να του φαντάζει τόσο ανεξήγητα ψεύτικο, σαν να στήθηκε επίτηδες έτσι. Ζει σε μια κοινωνία που απεχθάνεται και τρέχει συνέχεια, είτε μακριά της, είτε κατά πάνω της, αλλά ήξερε πως δεν ήταν αυτός ο σκοπός του εκείνη τη στιγμή. Μήπως ήταν κάποιου είδους ανάκριση; Η ψυχολόγος του δεν θα διάλεγε ένα τέτοιο σημείο για συνεδρία, ήταν παράλογο. Απλά κατέληγε στην σκέψη πως αυτά τα διακεκομμένα από το απόλυτο σκοτάδι φώτα ήταν απειλητικά και αυτός, συνηθισμένος στο σκοτάδι, το απέφευγε αθόρυβα. Το σκοτάδι το εμπιστευόταν κι αυτό του ανταπέδιδε σβήνοντας τα ίχνη του, ίσως και την ίδια του την παρουσία ορισμένες φορές, ανάλογα με το πόσο χώρο άφηνε στο φως. Προσπάθησε να κοιτάξει πάνω και για πρώτη φορά ένιωσε πως δεν ήταν μόνος στο σκοτάδι, πως βρισκόταν κάποιος άλλος μαζί του στις σκιές. Πότε ήταν η τελευταία φορά που θέλησε μια αγκαλιά; Ούτε που θυμόταν, πριν από εκείνη τη γεμάτη με στοργή και θύμησές ενός μέρους του που έλειπε καιρό στιγμή.
-Αλέξα; φώναξε δυνατά, μα δεν πήρε απάντηση.
Επανέλαβε την ερώτηση, μέχρι τα όρια της κραυγής και άρχισε να διαπερνάει το φως και το σκοτάδι τρέχοντας, μέχρι που βρήκε μπροστά του ένα παγκάκι και σταμάτησε για λίγο να αφουγκραστεί τον χώρο και να πάρει μια ανάσα ∙ένιωσε ότι έτρεχε για ώρες, μα ίσως να ήταν λίγα δευτερόλεπτα μόνο. Είχε αρχίσει να νιώθει άβολα, όντας στο φως για αρκετή ώρα, μέχρι που άκουσε μια βαριά ανάσα γύρω του, η οποία γινόταν όλο και πιο γρήγορη, σαν να πάθαινε κρίση πανικού. Πλησίασε προς το παγκάκι και σιγά σιγά άρχισε να πέφτει η έντασή της, μέχρι που κάθισε διστακτικά στο παγκάκι και μόνο τότε οι ανάσες έγιναν βαθιές, σαν να είχαν μόλις ξυπνήσει από ένα κακό όνειρο.
-Σε ευχαριστώ που κάθισες μπροστά μου, Ντομ, είπε ευγενικά η Αλέξα. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που κάποιος μπήκε μπροστά μου -τι σύμπτωση, πάντα εσύ ήσουν- και το σκοτάδι δεν με αφήνει να βγω στο φως, παρά μόνο να το χαζεύω, συμπλήρωσε.
-Δεν υπάρχει κάτι που να μην μπορείς να κάνεις, θα έπρεπε να το ξέρεις ήδη.
-Δεν μπορώ να κάνω τα πάντα, είναι μεγαλύτερο από μας. Αλλά δεν έχει σημασία πια, μην σε ανησυχεί αυτό. Εσύ απλά μείνε εδώ, κι ας μην μιλάς. Ποτέ δεν ήσουν ιδιαίτερα καλός σε αυτό, αλλά ήξερες να διαλέγεις τις σωστές λέξεις. Δηλαδή, κάποιες φορές, είπε και γέλασε κοφτά, πριν ακουστούν λυγμοί από την πλευρά του φωτός.
-Θυμάσαι τι μου έλεγες πάντα όταν ήμασταν παιδιά και παίζαμε κρυφτό; τον ρώτησε η Αλέξα. Θέλω πολύ να το ξανακούσω.
Ο Ντομ προσπάθησε να συγκρατήσει τους λυγμούς του για να ψελλίσει τα λόγια, μα φάνταζε δύσκολο γιατί δεν ήξερε πως να τιθασεύσει τα συναισθήματά του, όταν αυτά εκρήγνυνται και πλέον ήταν αργά για το ανέκφραστο προσωπείο του που έμπαινε σαν τοίχος μπροστά σε κάθε δύσκολη στιγμή. Μετά από λίγο, κατάφερε με κόπο να πει μερικές λέξεις.
-Ό,τι κι αν συμβεί…
-Ναι; ρώτησε ανυπόμονα η Αλέξα.
Το φως έμοιαζε να δυναμώνει με κάθε ανάσα του, τόσο που σχεδόν έμοιαζε με λευκό.
-Όλα θα πάνε καλά.
Το φως πλέον έμοιαζε σαν ένα πελώριο χαμόγελο και προς στιγμήν αναθάρρησε. Ήταν ελαφρώς καλύτερα, σκέφτηκε, μα ποτέ αρκετό.
-Ναι Ντομ, όλα θα πάνε καλά. Πάντα με καθησύχαζες όταν ήμασταν μικροί και πάντα σε πίστευα. Το εκτιμώ βαθύτατα.
Αυτό τον βοήθησε να πάρει μια βαθιά ανάσα, μα τότε ήταν που έσκασε η συνειδητοποίηση πάνω του σαν παγωμένα κύματα που σβήνουν καθετί στο διάβα τους.
-Μου λείπεις.
-Κι εμένα, Ντομ. Κι εμένα.
-Έλα στο φως μαζί μου, την παρακάλεσε.
Η στιγμιαία ευφορία είχε ήδη αρχίσει να σβήνει και το φως δυνάμωνε απειλητικά, σαν να ήταν έτοιμο να τους συνθλίψει.
-Όχι Ντομ, του είπε γλυκά. Αυτό δεν είναι το μέρος σου. Μην ξεχάσεις τα λόγια σου, σε παρακαλώ. Θα σου χρειαστούν όταν ξυπνήσεις.
-Αλέξα; επανέλαβε ξανά και ξανά, ουρλιάζοντας ακίνητος στο παγκάκι, μα τότε το φως έσβησε με έναν κρότο και βρέθηκε ξανά στο βρώμικο δωμάτιό του στην μεγάλη πόλη, να παλεύει με τα σκεπάσματα που έμοιαζαν με μεγάλα κύματα. Τα σκεπάσματα τον νίκησαν και βρέθηκε πεσμένος στο πάτωμα, κρατώντας σφιχτά το μαξιλάρι του, όπου κι έμεινε για λίγο. Έχοντας καταλάβει πλέον πως τα λόγια που της ψέλλισε, του ζήτησε να τα πει για να τα ακούσει εκείνος και πως οι θέσεις τους στο όνειρο είχαν αντιστραφεί, τα δάκρυα πλέον κυλούσαν μόνα τους, δίχως κάποια συνοδεία λέξεων που να φάνταζε ικανή να σταθεί δίπλα τους. Εξάλλου, δεν συνήθιζε να μιλάει και η παρουσία του βρισκόταν πάντοτε στις σκιές που έσβηναν κάθε ίχνος του. Εκτός από τα δάκρυα.
Μέρος Τρίτο
Public Displays of Affection
Το φως πάνω από το κεφάλι του ήταν τόσο αχνό που δεν μπορούσε να φτάσει στην οθόνη του υπολογιστή του, μήτε να του προσδώσει κάποιου είδους φωτοστέφανο σαν μια δόση εύθυμης ειρωνείας σε ένα λυπητερό περιβάλλον. Τα σκεπάσματα και το μαξιλάρι βρίσκονταν ακόμα πεσμένα στο πάτωμα και το μικρό δωμάτιο είχε μόνο το ένα τέταρτο των παντζουριών του μοναδικού παραθύρου του ανοιχτό, ενώ στο πάτωμα της κουζίνας βρίσκονταν σκισμένα χαρτιά και μερικά αποτσίγαρα κάτω από ένα αναποδογυρισμένο σταχτοδοχείο. Έχοντας το κεφάλι του ακουμπισμένο στα χέρια του και μπροστά του την οθόνη, σκεφτόταν πόσο καιρό είχε να βγει έξω και ξαφνικά η ζωή του έμοιαζε με ένα ατελείωτο κρυφτό, αλλιώτικο από αυτό που είχε συνηθίσει να παίζει. Αυτή τη φορά δεν φοβόταν ότι οι διώκτες του θα έρθουν να συνθλίψουν την δύναμή του που τους τρομάζει, μα την αδυναμία του. Αν θέλει να είναι ειλικρινής, έχει πολλές τέτοιες ∙δεν θα μπορούσε να το αρνηθεί άλλωστε. Απλά αυτή τη φορά το ανέκφραστο προσωπείο του που παγώνει κάθε δείγμα αδυναμίας λείπει και πάει καιρός από την τελευταία φορά που το είδε στον καθρέπτη.
Η οθόνη του κινητού του αναβόσβησε. Πιθανότατα κάποιο μήνυμα έκφρασης ανησυχίας που τον άφηνε αδιάφορο, καθώς το μόνο που χρειαζόταν είναι χρόνο που έπρεπε να κλέψει ώστε να μην μυρίσουν το αίμα του οι διώκτες και να επανέλθει ως ένα πλήρως λειτουργικό ον που είναι. Μπροστά στον υπολογιστή του βρισκόταν ένα cd, το οποίο έβαλε στον υπολογιστή και ταυτόχρονα άνοιξε ένα φάκελο με τον διακριτικό τίτλο “Α”, γεμάτο μηνύματα και φωτογραφίες στιγμών που αποζητούσε στις σκοτεινές 4 εποχές που τον διακατέχουν από την απαρχή του χρόνου. Με διαδοχικά κλικ τσέκαρε κάθε φωτογραφία φευγαλέα κι έψαξε στις λέξεις στην οθόνη κάτι που θα τους έδινε ξανά υπόσταση και θα τον έπειθε πως ό,τι ήξερε ήταν ακόμα εκεί, μα μάταια. Τα πέρασε γρήγορα στο cd, το έβγαλε από τον υπολογιστή και άνοιξε έναν μαύρο μαρκαδόρο για να γράψει πάνω του “Interpol – Turn On The Bright Lights” ∙μετά από το τελευταίο όνειρο, της έμοιαζε πολύ ταιριαστό. Λίγο πριν το βάλει στο ντοσιέ, σκέφτηκε κάτι γλυκόπικρο που ωστόσο, έδιωξε αμέσως, καθώς ήξερε ότι τον παρακολουθούν και δεν ήταν ο τύπος που αποκάλυπτε τις αδυναμίες του ∙ήδη έχει αποκαλύψει αρκετά. Μάλλον έτσι επανέρχεται το ανέκφραστο προσωπείο, με ένα σύρσιμο του κέρσορα, ένα δεξί κλικ και την τσάντα ξανά στον ώμο.
Όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του κι έφυγε, προς έκπληξη του διέφυγε να καθαρίσει τα σκισμένα χαρτιά στο πάτωμα, τα οποία έγραφαν:
“Λέει λίγα πράγματα, αγαπά έν”
“α πόνυ και στέλνει την αγάπη τ”
“ης σε μικρές δόσεις, φεύγοντας μ”
“ε ένα κύμα”
Το δεύτερο σκισμένο χαρτί έλεγε:
“Όλα όσα μου απέμειναν από σένα, τα κρατάω”
“στο αναμμένο φως. Θα μου λείψεις πολ”, το οποίο κάλυπτε μια φωτογραφία από κάποιο νησί που είδε, αλλά πάντα αμφέβαλλε αν ήταν αληθινό και το παρελθόν ήταν κάτι που μπορούσε να δει θολά, μα δεν μπορούσε να αγγίξει.
