Του Βαγγέλη Νάκου
Ο μπάρμαν γέμισε για άλλη μία φορά το – για άλλη μία φορά – άδειο ποτήρι του μοναδικού σταθερού θαμώνα εκείνης της παρακμής που συντηρούσε και υποθετικά πάντα, ακόμα βάπτιζε μπαρ. Ήταν το μόνο που του είχε απομείνει· το μπαρ και ο μόνιμα μη χαρούμενος πελάτης. Σήμερα ήταν πολύ σκεπτικός. Άλλοτε ερχόταν με αυτή τη θλίψη που του διέλυε την ψυχή και άλλοτε απλά κοιτούσε αφηρημένα χωρίς να φανερώνει οποιοδήποτε συναίσθημα. Είχε ακούσει πως ήταν ιδιαίτερα κοινωνικός και δημοφιλής, ειδικά στις γυναίκες. Κουραφέξαλα, σκέφτηκε. Όποιο κι αν ήταν το όνομά του, σίγουρα όταν έμπαινε στο μπαρ του, ήταν μόνο αυτός. Χωρίς προσδιορισμούς, χωρίς τυμπανοκρουσίες. Μόνο εκείνος, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.
Από την άλλη πλευρά, ο θαμώνας έκρυβε ένα σημειωματάριο στην εσωτερική τσέπη του δερμάτινου μπουφάν του. Ήθελε να γράψει για ένα τυχαίο έτος, ένα τυχαίο 2000-κάτι, όπου όλες οι μέρες θα ήταν ίδιες κι επομένως οι μνήμες θα ήταν αχρείαστες, εφ’ όσον θα ζούσαν σε μια αδιάφορη επανάληψη. Ο καιρός; Ο καιρός θα ήταν πάντα δροσερός και οι μέρες ηλιόλουστες. Εξ’ αλλού, οι μνήμες είναι ίχνη βροχής, οι στάλες που πέφτουν πάνω στο ακάλυπτο πρόσωπό σου και κυλάνε· σε κατακλύζουν. «Γύρισες», είπε.
«Ναι».
«Είχες φύγει».
«Το ξέρω, αλλά είμαι εδώ τώρα και αυτό μετράει στο τέλος».
Ο μπάρμαν είχε ακούσει σωστά. Είχε κάνει πολλά ταξίδια και ήξερε πολύ κόσμο. Ήταν πολύ αγαπητός στους κύκλους που δημιουργούσε· τους φύλαγε μέσα σε φωτογραφίες και γραπτά, τα οποία επίσης μοίραζε για τα προς το ζην.
Όπως και το κορμί του.
«Δεν χρειάζεται να φύγεις», είπε η Φ.
«Το ξέρω».
Ναι, τον αγαπούσαν πολύ οι γυναίκες γύρω του. Ένοιωθαν έναν ανεξήγητο για εκείνον δεσμό, σαν να ήταν η σωτηρία τους το κορμί που μοίραζε· δάνειζε. Ωστόσο, σε αυτό που θα έγραφε, θα ήταν όλα ξεθωριασμένα σαν ασπρόμαυρα καρέ ταινίας του ’30 με πρωταγωνιστές ανθρώπους του θανάτου και της λήθης. Εκεί θα πάλευε να βρει την δική του σωτηρία και δεν υπάρχει χώρος ούτε ανάπαυση για τους δυνατούς, παρά μόνο για τις αδυναμίες.
«Θα προσευχηθώ να αντέξει η ταλαιπωρημένη ψυχή σου» του είπε η Ψ, πριν αφήσει το χέρι του. Εκείνη την στιγμή, εκείνος την βρήκε τουλάχιστον υπερβολική.
Το «Pioneer To The Falls» γέμιζε τους τοίχους του μπαρ. Οι θολές αναμνήσεις μαζί με πάγο έφτιαχναν ένα μοτίβο. Λέξεις που ξεστόμισε στον τεχνητό, φαύλο κύκλο, χέρια που τον έσφιγγαν και τον άφησαν όταν ένιωσαν πως όσα έλεγε, τα έλεγε για να τα ακούσει εκείνος και όχι αυτοί. Όχι εκείνες.
«Υπάρχει τίποτα που να μην δανείζεις;» τον είχε ρωτήσει η Μ, πριν εκείνος φύγει. Είχε πει πολλά στον κύκλο του, όμως όχι την λέξη «αντίο». Όταν την πρόφερε εκείνο το βράδυ, ο κύκλος, οι τοίχοι, κατέρρευσαν. Ήξερε ότι προσπάθησε και προσευχόταν να αντέξει η ψυχή του εκείνη την μέρα, όμως τώρα δεν είχε αφήσει τίποτα άλλο που να δανειζόταν ή να μοιραζόταν. Κάποτε τον είχαν ρωτήσει ποιο ήταν αυτό το πράγμα που δεν δάνειζε ποτέ. Τώρα που το είπε, δεν έχει μείνει τίποτα άλλο να γράψει.
Βρέθηκε να κοιτάζει μια πόρτα του μετρό να κλείνει κι έπειτα ξάπλωσε στην κενή θέση δίπλα του, στον απέναντι συρμό. Έτσι είχαν ξεκινήσει όλα. (Φιλί).
«Αντίο».
