«Κανείς δεν μένει εδώ, κανείς δεν φεύγει»

Του Βαγγέλη Νάκου

Απουσία σεροτονίνης στο σκοτεινό, μικρό σπίτι. Τα δύο μικρά μάτια μέσα από τα γυαλιά κοιτάζουν ανέκφραστα το κενό, ενώ η ατμόσφαιρα είναι ασφυκτικά γεμάτη με ήχους όμοιους με σειρήνας πάνω από βρώμικες γρατσουνιές. Μια πένθιμη, απαλή και συνάμα έντονη φωνή φωνάζει συνέχεια, ψάχνει τις σωστές ερωτήσεις, ελπίζοντας να βρει τις σωστές απαντήσεις. Μα διάολε, εδώ δεν μπορεί να απαντήσει στα πιο απλά πράγματα, σκέφτεται ταυτόχρονα. Η σεροτονίνη ακόμα απουσιάζει, το κορμί του σφίγγεται.

Δεν θα είναι πάντα έτσι κι ελπίζω να μην αλλάξει την απάντησή του σε αυτό.

Το μυαλό του φλέγεται. Η σειρήνα τα κάνει όλα πιο δυνατά· τα σκυλιά που γαβγίζουν και τα φαντάσματα που παρατηρούν, όσο το μόνο πράγμα που γίνεται πιο αδύναμο, είναι το περίβλημα των ματιών. Αδυνατίζει, αδυνατεί, δηλώνει αδύναμος. Αργότερα, θα βγει μια βόλτα, προσπαθώντας να μην πέσει ξανά. Τα πόδια τρεκλίζουν όσο βρίσκεται στο μετρό και πηγαίνει κάπου που αδυνατεί να προσδιορίσει, μέχρι που οι πόρτες άνοιξαν κι ένας αέρας πάγωσε το είναι του.

Συνεχίζει να με καλεί, να μου λέει που να πάω, να μου λέει όχι, να κρίνει τι είναι σωστό.

Πλέον ήταν πεπεισμένος πως καθόταν δίπλα στο παρελθόν του, το οποίο κοιτούσε τριγύρω, δήθεν αδιάφορα.

«Που βρίσκεσαι, ε; Δεν σε είχα αφήσει έτσι», ήταν τα λόγια που έφερε ο αέρας, ενώ εκείνος κοιτούσε το πάτωμα, σχεδόν ταπεινωμένος. Τα πόδια του έτρεμαν, ο ήχος των σφυγμών του έφτανε στα αυτιά του και ίδρωνε. Δεν γνώριζε που πάει, δεν γνώριζε τι ξέρει, απλά περίμενε για την στιγμή που οι πόρτες άνοιξαν και βγήκαν δίπλα – δίπλα, θαρρείς πως ήταν σκηνή από το 1984 και ο ένας φώναζε νοερά στον άλλον «Σε πρόδωσα», χωρίς το θάρρος για το παραμικρό βλέμμα. Ύστερα, επιτάχυνε το βήμα του, μέχρι που γύρισε πίσω για να σιγουρευτεί πως πλέον δεν ήταν πουθενά αλλού πέρα από το μυαλό του.

Δεν είναι εκεί, δεν είμαι εδώ κι ένα πρόσωπο λείπει.

Το παλιό μαγαζί που τον υποδέχθηκε, είναι γεμάτο σκισμένα πορτραίτα, ενωμένα σε ένα. Μια ακολουθία αναμνήσεων, μια ανάσα, δύο λυπημένα, στρογγυλά μάτια, δύο ματωμένα από το γδάρσιμο χείλη, μια ελιά σε προφανή θέση, μια μύτη βγαλμένη από καρτούν. Μα τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν εκεί και μέσα στο μαγαζί μπήκαν δύο λυσσασμένα σκυλιά, έτοιμα να κατασπαράξουν αυτό που ζητούσαν ώρα τώρα. Όχι, δεν ήταν εκείνος. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε για λίγο, πριν βυθιστεί στον κόσμο της αϋπνίας, ανάμεσα στα σκισμένα πορτραίτα που έκαναν το Όλον.

Και δεν έμεινε κανείς πίσω και τα φαντάσματα χάθηκαν μέσα στα γεμάτα λύσσα γαβγίσματα των σκυλιών.

Σχολιάστε