«Εγώ θα φύγω από δω φίλε, μην με περιμένεις.»
Το άλλο παιδί κοντοστάθηκε λίγο να επεξεργαστεί τι άκουσε. Ήξερε τι εννοούσε ο φίλος του, δεν ήξερε το πως. Κι εκείνος ονειρευόταν αυτό που ειπώθηκε, κάθε βράδυ.
«Και που θα πας;»
«Δεν είναι για σένα αυτό το μέρος, άσ’το.»
Και όταν έφτασε το παιδί στο σπίτι, ξεκίνησε ο βομβαρδισμός. Έτρεξε γρήγορα στο δωμάτιο του και χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα, όπως συνήθιζε. Αν καθόταν για λίγο ακόμα, ίσως οι βόμβες να μην είχαν πέσει ποτέ και όλα να ήταν ένα κακό όνειρο, αλλά πριν λήξει η επίθεση, έπρεπε πάντα να πέσουν οι σφαίρες. Και μετά σιγή και ο θρήνος απλωνόταν σιγανά σε όλη την ατμόσφαιρα. Αυτό δεν το καταλάβαινε κανείς και πάντα τον γέμιζε θλίψη. Ήταν το μικρό βαρύ μυστικό τους. Αυτή τη φορά, η πόρτα άνοιξε υπό την συνοδεία βαρύ βηματισμού προς το πλευρό του. Μακάρι να φύγουν τα φαντάσματα, ευχήθηκε από μέσα του.
«Ντύσου, πάμε βόλτα.» είπε με θυμό.
«Δεν θέλω.»
«Δεν με νοιάζει.»
Τουλάχιστον στο μετρό ένιωθε άνετα. Αναρωτιόταν αν μπορούσαν να δουν και οι άλλοι άγνωστοι τις βόμβες, αλλά όλοι χάνονταν στην αδιαφορία τους και δεν του άρεσε αυτό. Βέβαια, ίσως να μπορούσε να χαθεί στην αδιαφορία των αγνώστων και πίστευε ότι θα το ήθελε πολύ· θα χανόταν από τους γνωστούς έτσι. Κι εκείνη τη στιγμή, είδε κάτι περίεργο. Ήταν σαν τα καραβάκια που ήξερε τόσο καλά να φτιάχνει, αλλά όχι καραβάκι. Ένα περίεργο σχέδιο από χαρτί. Το πήρε από κάτω και άρχισε να το κοιτάζει με χαρά, σαν να ήταν ό,τι πιο όμορφο είχε δει απ’όταν θυμόταν τον εαυτό του, σαν να ήταν η στιγμή που είδε το πρώτο φως ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα που οι δείκτες του ρολογιού κυλούσαν ξέγνοιαστοι.
«Κοίτα τι όμορφο που είναι. Πως το λένε;»
«Δεν ξέρω παιδί μου, άσ’το κάτω, είναι βρώμικο.»
Το παιδί τα έχασε, ένιωσε πως χάνονται όλα και τότε ο θρήνος άρχισε να βγαίνει από μέσα του και να απλώνεται στο μέτρο, έτσι ώστε να καταλάβουν οι άγνωστοι ότι οι βόμβες έπεσαν. Και τότε εκείνος που μισούσε κλώτσησε δυνατά το σχέδιο και αυτό χάθηκε στα βάθη του υπογείου συρμού. Και το παιδί συνέχισε να κλαίει, σιωπηλά πια.
«Θέλω να έρθω μαζί σου, είπε στον φίλο του.
«Δεν τα είπαμε αυτά; Εσύ έχεις δρόμο ακόμα, δεν είσαι για το μέρος που θα πάω.»
«Πέφτουν βόμβες εκεί;»
«Τι;»
«Τίποτα, άστο» είπε το παιδί κι έφυγε, στεναχωρημένος που ο φίλος του δεν τον θέλει μαζί του.
Γύρισε σπίτι και άρχισε να φτιάχνει καραβάκια με πείσμα, τόσα που άδειασε ένα τετράδιο κι έπειτα έκανε βόλτες μαζί τους κάτω από τα σκεπάσματα. Έγιναν πιο πολύ φίλοι του, παρά δημιουργίες του, κυρίως όταν ο φίλος του όντως έφυγε και είχε καιρό να τον δει. Η μαμά τού είπε ότι πήγε ταξίδι και θα λείπει για καιρό, μέχρι που μια μέρα στο σχολείο η δασκάλα τους είπε ότι ο φίλος του δεν θα ξαναγυρίσει.
«Είμαι κακός φίλος και δεν με θες;». Αυτό τον είχε ρωτήσει την τελευταία φορά.
«Είσαι ο καλύτερος φίλος που είχα ποτέ» του απάντησε και πήγαν να παίξουν μπάλα μέχρι που ο φίλος του κουράστηκε κι έφυγε.
Τώρα που έμαθε τα νέα, σκεφτόταν μόνο αυτό, ξανά και ξανά. Δεν έκλαψε και στην κηδεία οι γονείς του δεν τον άφησαν να πάει.
«Είσαι μικρός, καλύτερα να μην θυμάσαι έτσι τον φίλο σου» του είπαν.
«Εγώ θα φύγω από σας όταν μεγαλώσω» τους είπε με την σειρά του.
Μια μέρα το έσκασε και πήγε στο μέρος που είχαν βάλει τον φίλο του. Βρήκε το μαρμάρινο μέρος του κι έβγαλε προσεκτικά από την τσέπη ένα καραβάκι, το οποίο άφησε ευλαβικά πάνω στο μέρος. Και στάθηκε σιωπηλός για λίγο.
«Με τα καραβάκια θα φύγεις μακριά από τις βόμβες;» τον ρώτησε ο φίλος του. Το παιδί τον κοίταξε και χαμογέλασε γλυκά.
«Ποιες βόμβες φίλε μου;» του είπε και τον πήρε αγκαλιά.
Περίμενε να πάρει ο αέρας το καραβάκι ώστε να είναι σίγουρος ότι θα πάει στον φίλο του και όταν αυτό έφυγε, το παιδί έμεινε να το κοιτάζει να στροβιλίζεται στον αέρα. Τόσο ελπιδοφόρα όμορφο, ακόμα και τότε.
Και μετά έκλαψε γοερά.
